η κρίση, ο λόγος της αριστεράς και μια στρατηγική

| Συντάκτης: βλάσσης 289 views
η κρίση, ο λόγος της αριστεράς και μια στρατηγική

Τον τελευταίο καιρό και ειδικότερα μετά την επικύρωση της συνεργασίας ελληνικού κράτους-ΕΕ-ΔΝΤ, η κουβέντα για αναζήτηση “προτάσεων” εξόδου από την κρίση στο χώρο της αριστεράς έχει ανάψει. Οι προτάσεις αυτές προβάλλονται με διαφορετικές μορφές, καθότι κάθε συνιστώσα της αριστεράς δίνει τη δική της ερμηνεία και “λύση” στην κρίση. Παρακάτω θα ασχοληθούμε κυρίως με κάποια κομμάτια του σύριζα και της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Χονδρικά μπορούμε να πούμε πως αυτές οι “προτάσεις” κινούνται σε δύο κύριες κατευθύνσεις: η μια αφορά στην αντιμετώπιση του “εξωτερικού εχθρού” και η άλλη στην εσωτερική αναμόρφωση της κοινωνικής δομής του ελληνικού κράτους.

οι προγραμματικές προτάσεις …

Οι βασικές διέξοδοι που προτείνει η αριστερά σε σχέση με τον “εξωτερικό εχθρό” είναι η αποδέσμευση/αποχώρηση από την ΕΕ και την ευρωζώνη, η εκδίωξη του ΔΝΤ από τη χώρα (λόγος περί νέας κατοχής) και η κατάργηση του προγράμματος σταθερότητας. Για την επίλυση του ζητήματος του τερατώδους χρέους προς τους πιστωτές (ντόπιους και διεθνείς), προτείνεται η επαναδιαπραγμάτευσή του, υπό την απειλή της στάσης πληρωμών. Ακόμη πιο “ακραίες” φωνές προτάσσουν τη διαγραφή σημαντικού μέρους του χρέους. Ταυτόχρονα προωθούνται προτάσεις επιστροφής στο εθνικό νόμισμα της δραχμής, που θα υποτιμηθεί σημαντικά έναντι του ευρώ. Να σημειώσουμε εδώ όμως ότι, κυρίως εντός του σύριζα, πιο “νηφάλιες“ φωνές, προτείνουν, όχι την έξοδο από την ΕΕ, αλλά μια συνεργασία και συνεννόηση μεταξύ των “αδύναμων” κρατών, ώστε να ασκηθεί πίεση στους “ισχυρούς της ευρωζώνης” για μια πιο βιώσιμη λύση εντός των πλαισίων της ΕΕ.

Τώρα, σε σχέση με την αναμόρφωση της εσωτερικής κοινωνικής δομής του ελληνικού κράτους, η αριστερά ζητά την εθνικοποίηση των τραπεζών και άλλων, κομβικής σημασίας επιχειρήσεων, και τη λειτουργία τους κάτω από εργατικό/λαϊκό έλεγχο, τη φορολόγηση των πλουσίων και των χρηματιστηριακών συναλλαγών. Σε σχέση με τις συνέπειες της κρίσης στα αδύναμα κοινωνικά στρώματα, προτείνονται κάποιες μεταρρυθμίσεις που θα “ανακουφίσουν” τους εργαζόμενους. Τέτοιες είναι η αύξηση μισθών και συντάξεων, υψηλό επίδομα ανεργίας και βασικός μισθός, πλήρης απασχόληση κ.ά..

… και η ερμηνεία τους

Πρόθεσή μας δεν είναι να ασχοληθούμε με την κάθε πρόταση ξεχωριστά και να δούμε αν κινείται στη “σωστή” κατεύθυνση ή όχι. Ούτε να αντιπροτείνουμε άλλες “λύσεις”. Αυτό που ενδιαφέρει είναι το γενικότερο πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσονται και μια προσπάθεια για ερμηνεία της εκφοράς και “ανάγκης” τέτοιων προτάσεων. Αυτό που έχει ακόμα μεγαλύτερη σημασία είναι ότι αυτές οι “προτάσεις”, δεν αφορούν απλώς “πρακτικές λύσεις” για έξοδο από την κρίση, αλλά θέλουν ταυτόχρονα να αποτελέσουν ένα “πειστικό πρόγραμμα” που θα προσελκύσει τις λαϊκές μάζες και το εργατικό κίνημα, το οποίο εν τέλει θα τις φέρει εις πέρας και θα τις κάνει πράξη. Επομένως η κουβέντα για τη “διέξοδο από την κρίση”, δεν αναφέρεται στη θεωρητική σφαίρα και τη διανοητική διαμάχη, αλλά στο περιεχόμενο των κοινωνικών αγώνων που διεξάγονται και την κατεύθυνση που “πρέπει” να πάρουν.

η θεωρία της εξάρτησης και ο αντι-ιμπεριαλιστικός αγώνας

Το πρώτο σκέλος των προτάσεων είναι δέσμιο μιας παραδοσιακής και χρόνιας αντίληψης της αριστεράς, που ιστορικά συμπυκνώνεται στη λεγόμενη “θεωρία της εξάρτησης” (ως προς τη ανάλυση) και στο πρόταγμα του αντι-ιμπεριαλισμού (ως προς το περιεχόμενο του αγώνα). Η “θεωρία της εξάρτησης” βασίζεται στη διαπίστωση ότι το καπιταλιστικό κέντρο (τα ισχυρά κράτη) εκμεταλλεύεται και ξεζουμίζει την περιφέρεια (τα ανίσχυρα, υπό ανάπτυξη κράτη), με την συνεργασία κομματιών της εγχώριας κυρίαρχης ελίτ των αδύναμων κρατών, που θεωρούνται προδοτικά και υποχείρια του διεθνούς κεφαλαίου. Η λύση που συνήθως προτείνεται είναι ο αντιιμπεριαλιστικός αγώνας. Η εναντίωση δηλαδή στους εξαρτημένους προδότες και η απεξάρτηση από τους ιμπεριαλιστές, μέσα από ένα εθνικο-απελευθερωτικό κίνημα και ένα πρόγραμμα εθνικής ανάπτυξης πάνω σε “υγιείς βάσεις”. Κι όλα αυτά σε μια κατεύθυνση που θα εξυπηρετεί τις λαϊκές ανάγκες, θα διευρύνει τις δημοκρατικές ελευθερίες και θα θέτει τα θεμέλια για το πέρασμα στο σοσιαλισμό στο μέλλον. Αυτή η στρατηγική ιστορικά απέτυχε παταγωδώς, μέσα από την εφαρμογή της στα κράτη και στα κινήματα κυρίως του λεγόμενου τρίτου κόσμου.

Φυσικά η σημερινή αριστερά δεν προτείνει ακριβώς μια αντιγραφή αυτής της προοπτικής, αφού και η ίδια αντιλαμβάνεται πως η ιστορική συγκυρία είναι τελείως διαφορετική, ενώ αρκετοί αναγνωρίζουν την αποτυχία αυτού του μοντέλου. Το πρόβλημα ωστόσο, δεν είναι τόσο η αναπροσαρμοσμένη ιστορικά λύση που θα μπορούσε να προτείνει η αριστερά, όσο ο πυρήνας της ανάλυσης που την οδηγεί να κάνει κάτι τέτοιο.

Η θεωρία της εξάρτησης αντιλαμβάνεται τις σχέσεις κυριαρχίας και εκμετάλλευσης όχι από την οπτική του ανταγωνισμού μεταξύ κεφαλαίου-εργασίας, αλλά από την οπτική του ανταγωνισμού μεταξύ ισχυρών και ανίσχυρων κρατών. Ταυτόχρονα, απογυμνώνει τον αγώνα μεταξύ εκμεταλλευόμενων και εκμεταλλευτών από το ταξικό/κοινωνικό του περιεχόμενο και τον μετατρέπει σε εθνικό αγώνα ενός λαού εναντίον άλλων κρατών. Έτσι, εισάγεται από την πίσω πόρτα ο εθνικισμός και ο πατριωτισμός (δεν είναι τυχαίο άλλωστε, που το ΚΚΕ μιλά ανοιχτά πλέον για “ριζοσπαστικό πατριωτισμό”). Η εθνική συσπείρωση και συνεργασία, η συνταύτιση των συμφερόντων αντιμαχόμενων και εχθρικών μεταξύ τους τάξεων και ο κατευνασμός του “εσωτερικού” κοινωνικού ανταγωνισμού, είναι οι αναγκαίοι όροι ή οι αναπόφευκτες συνέπειες, για την αντιμετώπιση του “εξωτερικού εχθρού”.

Επιπροσθέτως ο λόγος περί ξένης εξάρτησης και εθνικής συσπείρωσης αδυνατεί να διαχωριστεί από τις εθνικιστικές/λαϊκίστικες κορώνες τόσο των φασιστών, όσο και της δημοκρατίας. Η κυρίαρχη αντίληψη διαχέει σαν αίτιο της κρίσης την κρατική κακοδιαχείριση, την απουσία ενός σύγχρονου και σοβαρού κράτους (ανάλογου των ευρωπαϊκών), τη χρόνια παθογένεια των ντόπιων πολιτικών “να τα παίρνουν”, την ανομία, τους κερδοσκόπους κτλ. Η βασική απαίτηση που βγαίνει από αυτές τις διαπιστώσεις, είναι η εγκαθίδρυση μιας αξιόπιστης και υπεύθυνης κυβέρνησης “που θα βάλει τάξη σε αυτό το χάλι”, θα εκσυγχρονίσει τους θεσμούς, “θα βάλει στη φυλακή τους κλέφτες” και θα επιβάλει ορθολογικούς κανόνες. Την ώρα που ο εθνικιστικός/λαϊκίστικος λόγος εντείνεται· την ώρα που ήδη έχει ανοίξει η συζήτηση για κυβέρνηση εθνικής ενότητας (με ταυτόχρονη αναστολή άρθρων του συντάγματος)· την ώρα που η δημοκρατία ζητά επιτακτικά τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής, η προώθηση των προταγμάτων της αριστεράς (όπως εμφανίζονται μέχρι στιγμής), δεν κάνει άλλο παρά να ανοίγει το δρόμο για τα σχέδια της κυριαρχίας.

Το πρόβλημα σήμερα, δεν είναι απλώς η κρίση υπερχρέωσης των κρατών. Δεν είναι το επιτόκιο με το οποίο θα δανειστεί το ελληνικό κράτος για να πληρώσει τους μισθούς και τις συντάξεις, ώστε “να μην πτωχεύσει ο λαός και χρεοκοπήσει η χώρα”. Το πρόβλημα, από οικονομική σκοπιά, είναι οι σχέσεις κεφαλαίου-εργασίας. Γι’ αυτούς είναι πρόβλημα κερδοφορίας και αβάσταχτου κόστους εργασίας. Για εμάς είναι όρος ζωής. Ακόμη περισσότερο σήμερα, το ζήτημα ξεφεύγει από τη στενά οικονομική σφαίρα. Μιλάμε για τη μετάβαση σε ένα νέο καθεστώς κοινωνικής/πολιτικής δομής και σχέσεων κυριαρχίας, που αναδιοργανώνει συνολικά τις κοινωνικές σχέσεις και τους όρους ζωής. Έχουμε μια επίθεση όχι απλά στους εργαζόμενους, αλλά σε όλη την κοινωνία· είτε αυτή γίνεται από ντόπιους είτε όχι είτε και από τους δύο, δεν μας αφορά· δεν έχουμε να επιλέξουμε μεταξύ μιας “κακής” ή “καλής” πρότασης διαχείρισης της κρίσης.

η επαναφορά της κεϋνσιανής πολιτικής

Ο λόγος περί απεγκλωβισμού και απεξάρτησης από τις ξένες δυνάμεις, συμπληρώνεται από ένα πρόγραμμα εσωτερικής/εθνικής αναμόρφωσης του ελληνικού κράτους. Ο βασικός κορμός αυτού του προγράμματος συνιστά μια επιστροφή στις κεϋνσιανές πολιτικές που ακολουθήθηκαν κυρίως στα δυτικο-ευρωπαϊκά κράτη και στη βόρειο αμερική, μετά το μεσοπόλεμο. Μια όχι και τόσο “ορθολογική” εφαρμογή αυτής της πολιτικής είχαμε και στην περίπτωση του ελληνικού κράτους, από το 1981 και μετά, με την έλευση της σοσιαλδημοκρατίας στην εξουσία.

Ο πυρήνας της κεϋνσιανής πολιτικής εναποθέτει στο κράτος τη φροντίδα για εθνική ανάπτυξη και εκσυγχρονισμό, για υψηλούς μισθούς, για πλήρη απασχόληση και άρα μικρή ανεργία, για σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και γενικότερα για την ομαλή αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Κι όλα αυτά, ακόμα κι αν το κράτος δημιουργεί τεράστια ελλείμματα, τουλάχιστον στην αρχή, μέχρι να ανακάμψει η οικονομία. Ταυτόχρονα, ένα τέτοιο καθεστώς εξασφαλίζει σταθερότητα για την ανάπτυξη του κεφαλαίου, μέσα από την ενσωμάτωση μεγάλων τμημάτων των εργαζομένων και την ειρήνευση των κοινωνικών συγκρούσεων, που επιτυγχάνουν η δημοκρατική συναίνεση και οι θεσμοί διαμεσολάβησης (συνδικάτα, κόμματα, μκο, μμε).

Αυτό το μοντέλο κοινωνικής/οικονομικής οργάνωσης επίσης απέτυχε ιστορικά. Το αμερικανικό κράτος και τα περισσότερα δυτικο-ευρωπαϊκά άρχισαν να το εγκαταλείπουν από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, με την επιβολή της νέο-φιλελεύθερης μορφής του καπιταλισμού. Στην περίπτωση του ελληνικού κράτους, αυτή η αποδόμηση άρχισε ουσιαστικά από το 1985 και συνεχίστηκε με μεγαλύτερη ένταση από τις αρχές του ’90 και μετά. Ακόμη παραπέρα, η εξέγερση του 2008 και οι αγώνες που ακολούθησαν το επόμενο διάστημα, έδειξαν ότι αρκετά κοινωνικά κομμάτια που αναθράφηκαν υπό το καθεστώς της δημοκρατικής ομαλότητας και του κράτους πρόνοιας, δεν είναι πλέον διατεθειμένα να επιστρέψουν στο παρελθόν. Αντιθέτως, είναι στο ίδιο αυτό το καθεστώς που οι εξεγερμένοι επιτέθηκαν ερχόμενοι σε κάθετη και αδιάλλακτη ρήξη, διαρρηγνύοντας τη δημοκρατική διαβούλευση και την κοινωνική ειρήνη. Από την πλευρά τη δημοκρατίας, οι μεταρρυθμίσεις-σοκ που προωθούνται θέλουν να διαλύσουν και τυπικά κάθε υπόλειμμα κεϋνσιανής πολιτικής, σηματοδοτώντας ένα τέλος εποχής και την έλευση ενός νέου μοντέλου κοινωνικής/πολιτικής οργάνωσης, του οποίου τα χαρακτηριστικά βρίσκονται ακόμα υπό διαμόρφωση.

Και εδώ φυσικά, δεν είναι πρόθεση της αριστεράς να επιστρέψει εξ ολοκλήρου σε ένα ιστορικά ξεπερασμένο μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης. Άλλωστε πολλοί τονίζουν τη συνιστώσα του εργατικού/λαϊκού ελέγχου, σαν ειδοποιό διαφορά της “αστικής” μορφής του κεϋνσιανού μοντέλου. Ωστόσο, πολλές από τις μεταρρυθμίσεις που προτάσσει η αριστερά αποτελούν στοιχεία που εντάσσονται στην κεϋνσιανή αντίληψη του κοινωνικού.

Αν εξαιρέσουμε τις γενεσιουργές/ιστορικές αιτίες της ανάδυσης του κράτους πρόνοιας (κοινωνικός ανταγωνισμός, προστασία του καπιταλισμού απ’ τον εαυτό του κτλ)· αν εξαιρέσουμε τη σημερινή συγκυρία και την αποτυχία αυτής της μορφής οργάνωσης, θα δούμε και πάλι, πως η αριστερά είναι δέσμια όχι μόνο ενός πρακτικισμού και λαϊκίστικου πραγματισμού, αλλά και του ίδιου της του εαυτού σαν ιστορικό μόρφωμα.

Οι δύο κύριες τάσεις της αριστεράς, είτε η μεταρρυθμιστική είτε η επαναστατική, παρ’ όλες τις τεράστιες διαφορές μεταξύ τους, είχαν πάντα ένα κοινό σημείο: την αντίληψη ότι μέσω μιας “άλλης” κρατικής/εργατικής διαχείρισης (είτε με επανάσταση είτε με τις εκλογές) θα ήταν δυνατόν να μετασχηματιστεί η κοινωνία, να τεθούν οι σοσιαλιστικές βάσεις και να οδηγηθούμε στον κομμουνισμό. Και εδώ, η ιστορία έδειξε με τον πιο τραγικό τρόπο, πως μια τέτοια προοπτική όχι μόνο απέτυχε, αλλά οδήγησε απ’ τη μια πλευρά σε πλήρη ενσωμάτωση στην καπιταλιστική τάξη (σοσιαλδημοκρατία) και απ’ την άλλη σε μια απερίγραπτη βαρβαρότητα (σοβιετισμός, μαοϊσμός κτλ).

Η αριστερά, εγκλωβισμένη στα ιστορικά της όρια, δεν μπορεί παρά να βλέπει τους κοινωνικούς αγώνες και την οργάνωση της κοινωνικής ζωής, μέσα από το πρίσμα της κρατικής διαχείρισης. Έτσι λοιπόν και στη σημερινή κρίση, το μόνο που μπορεί να διανοηθεί είναι αυτό με το οποίο αναθράφηκε ιστορικά και ήδη έχει κάνει πράξη. Δεν μπορεί να δει τη σημερινή επίθεση σαν την εγκαθίδρυση ενός νέου καθεστώτος, παρά απλώς ως μια επίθεση στις κατακτήσεις του παρελθόντος. Αιτήματα για πλήρη και σταθερή απασχόληση, 8ωρο, δουλειά για όλους κτλ, ακούγονται αρκετά αναχρονιστικά. Κι αυτό όχι μόνο επειδή συνιστούν την επιστροφή σε παρελθούσες διεκδικήσεις του εργατικού κινήματος (20ου αιώνα)· όχι μόνο επειδή έχουν ξεπεραστεί ιστορικά· η αριστερά δυσκολεύεται να αντιληφθεί τους βαθείς μετασχηματισμούς τόσο στη φύση της εργασίας, στις σχέσεις εκμετάλλευσης και στην ταξική/κοινωνική σύνθεση του προλεταριάτου, όσο και στις παραδοσιακές περί εργασίας αντιλήψεις. Οι αξίες της εργατικότητας, της φιγούρας του φτωχού πλην τίμιου εργάτη έχουν αποδομηθεί ιστορικά. Η εργασία πλέον, για όλο και περισσότερο κόσμο, δεν βιώνεται ως δημιουργική ενασχόληση που προάγει το πνεύμα κτλ, αλλά ως καταναγκασμός.

περί της αναγκαιότητας προγραμματικών προτάσεων

Και εσείς τι προτείνετε; Αυτή είναι η διαρκής ανησυχία κάθε αριστερού αγωνιστή. Η αριστερά κατατρύχεται από μια αγωνία να βρει και να διατυπώσει προγράμματα, χειροπιαστές προτάσεις και λύσεις. Προσπαθεί να βρει τρόπους, ώστε να δείξει πώς η τάδε ή η δείνα πρόταση της εξουσίας, μπορεί να αντιστραφεί και να πάρει ένα άλλο, πιο λαϊκό περιεχόμενο. Έτσι, μιλά για αφοπλισμό της αστυνομίας και απαγόρευση των χημικών, όταν η εξέγερση επιτίθεται στους μηχανισμούς ασφάλειας και τους απαξιώνει στη συνείδηση της κοινωνίας συνολικά. Ή θεωρεί “σε καλή κατεύθυνση” το νομοσχέδιο για τη μετανάστευση και ζητά πιο ριζοσπαστικές αλλαγές. Κι αυτά είναι μόνο κάποια ελάχιστα παραδείγματα των πρόσφατων μηνών και όχι απ’ τα πιο τρανταχτά. Ακόμα και οι πιο ριζοσπαστικές τάσεις της αριστεράς (και παρ’ όλο που αναγνωρίζουν το πρόβλημα της κρίσης στον πυρήνα των καπιταλιστικών σχέσεων), πέφτουν στην παγίδα του πρακτικισμού και των “σταδιακών βημάτων”.

Αυτό που αντιλαμβάνεται ως πρόβλημα σήμερα η αριστερά, σε σχέση με τη μέχρι πρότινος αδυναμία ανάδυσης κινημάτων αντίστασης, είναι η έλλειψη προγραμματικών προτάσεων. Αυτό που λείπει, μας λένε, είναι μια “…εφικτή εναλλακτική λύση, που θα είναι ικανή να πείσει τις λαϊκές μάζες για την αναγκαιότητα του κοινωνικού μετασχηματισμού…”, “…δεν μπορούμε να προτείνουμε ουτοπικά σχέδια, δεν θα μας ακολουθήσει κανείς…“

Ωστόσο, δεν είναι η έλλειψη προτάσεων που δεν κινητοποιεί κομμάτια της κοινωνίας. Η αριστερά έκανε πως δεν έβλεπε τους ραγδαίους μετασχηματισμούς στον ελληνικό χώρο, τη δεκαετία του ’80 και ειδικότερα του ’90. Το όνειρο της κοινωνικής ανέλιξης στις τάξεις των μικροαστών, ο καταναλωτισμός, η εξατομίκευση και η διάλυση του συλλογικής συνείδησης, η ενσωμάτωση στις κρατικές δομές, η αποσύνθεση των κοινωνικών/πολιτικών σχέσεων, ο διάχυτος ρατσισμός έναντι των μεταναστών, το θέαμα του εκσυγχρονισμού και η ιδέα της ισχυρής ελλάδας, η απαξίωση της πολιτικής είναι μερικά μόνο από τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις τεράστιες αλλαγές, που υπέστη ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός.

Μια άλλη πτυχή, που αφορά την εμμονή της αριστεράς στον ιδεολογικό προγραμματικό λόγο είναι η γενικότερη αντίληψή της, πως τα χαρακτηριστικά μιας νέας κοινωνίας ή τρόπος με τον οποίο θα φτάσουμε εκεί, μπορούν να προέλθουν μόνο από τα πολιτικά κόμματα. Ο “απλός λαός” είναι ανίκανος να κατανοήσει τις ιστορικές μεταβολές και να προτείνει λύσεις, οπότε αναλογεί στις πολιτικές οργανώσεις και τα κόμματα να καταρτίσουν ένα ιδεολογικό πρόγραμμα, που θα εισαχθεί -ή πιο κόσμια- θα ζυμωθεί μέσα στις μάζες, με την ελπίδα να ηγεμονεύσει και να οδηγήσει στην αλλαγή.

Η λενινιστική αυτή αντίληψη δεν αντιλαμβάνεται τον τόπο μέσα στον οποίο γεννιούνται οι μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Δηλαδή, μέσα στο πεδίο των κοινωνικών σχέσεων και των κινηματικών διαδικασιών του αντι-συστημικού αγώνα. Η νέες μορφές κοινωνικής οργάνωσης υλοποιούνται, όχι πάντα με καθαρή μορφή, κατά τη διάρκεια ενός αγώνα και όχι αποκλειστικά μέσα στα κεφάλια των διανοούμενων. Χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι θα περιμένουμε αυθόρμητα να δημιουργηθούν ή ότι η σκέψη πάνω στις μορφές οργάνωσης και τους αγώνες δεν έχει νόημα. Άλλωστε, αρκετοί από αυτούς που επεξεργάστηκαν τέτοια ζητήματα είχαν σαν πρώτη ύλη αυτό που δημιούργησαν οι ίδιοι οι εκμεταλλευόμενοι. Ο θείος Κάρολος κατέληξε στη μορφή που θα ήθελε να έχει ο σοσιαλισμός, μόνο μετά το παράδειγμα της Κομμούνας του παρισιού το 1871.

“κι εσείς τι προτείνετε;”

Αν κάποιοι ψάχνουν να βρουν λύσεις διαχείρισης του υπάρχοντος, ας ψάξουν αλλού. Για εμάς προέχουν άλλα πράγματα.

Οι ιστορικές μεταβολές που βιώνουμε απαιτούν πρώτα και κύρια την κατανόηση και ερμηνεία τους. Να δούμε τις νέες κοινωνικές δυνάμεις που αναδύονται, τα χαρακτηριστικά του σημερινού ταξικού/κοινωνικού ανταγωνισμού και τις κινήσεις της δημοκρατίας. Αυτά αποτελούν το πρωταρχικό υλικό για να επαναπροσδιορίσουμε τη θέση και τη στάση μας απέναντι στους αγώνες. Μακριά και πέρα από ιδεολογικές τοποθετήσεις, χρειάζεται να δοκιμαστούμε και να παλέψουμε μέσα στα κινήματα που αναπτύσσονται, ως κομμάτι τους και όχι ως διαχωρισμένες πολιτικές οντότητες που θα διδάξουν. Βρισκόμαστε πολύ πίσω ακόμα για να ζητάμε συνολικές λύσεις, των οποίων οι μορφές και τα περιεχόμενα θα βρεθούν μέσα από τη διαδικασία του αγώνα.

Στη φάση που βρισκόμαστε προέχει η οργάνωση του συλλογικού. Οργάνωση από την άποψη του σταδιακού χτισίματος ευρύτερων κινηματικών δομών με μακροχρόνια προοπτική, που θα προσπαθούν να χτίσουν δεσμούς με άλλα κοινωνικά κομμάτια. Να κινηθούμε στην κατεύθυνση της έμπρακτης διάχυσης της αλληλεγγύης, μέσα από ανοιχτές συλλογικές δράσεις και διαδικασίες. Δημιουργώντας αδιαμεσολάβητες και αμεσοδημοκρατικές δομές, να οργανωθούμε στους χώρους εργασίας, στα σχολεία, στις γειτονιές, στα πανεπιστήμια, παντού, μέσα στα πρωτοβάθμια σωματεία και στις λαϊκές συνελεύσεις.

Οι σκέψεις σχετικά με το χτίσιμο των κινηματικών δομών κινούνται σε τρία επίπεδα. Σε πρώτο επίπεδο, λειτουργούν ως δομές αντίστασης και οργάνωσης του συλλογικού. Ως πόλοι συσπείρωσης, κινηματικής ζύμωσης, εφαλτήριο κινητοποίησης και άμεσης δράσης. Ως ένα διάχυτο αυτόνομο δίκτυο αγώνων. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, μπορούν να λειτουργήσουν ως μορφές αυτοοργάνωσης για την αντιμετώπιση των συνεπειών της κρίσης, απέναντι στη μοιρολατρία και την κρατική (ή όποια άλλη) ετερονομία. Με απεργιακές/συλλογικές κουζίνες, απαλλοτριώσεις, ταμεία αλληλοβοήθειας, καταλήψεις στέγης, στήριξη αγωνιστών/απεργών κ.ά.. Σε ένα τρίτο επίπεδο και πολύ μακρινό βέβαια, τέτοιες δομές θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως πρόπλασμα ευρύτερων μορφών κοινωνικής οργάνωσης.

Δε μιλάμε για ιδεολογικές απαιτήσεις που αεροβατούν. Μιλάμε για πράγματα τα οποία ήδη συμβαίνουν. Είναι αυτό το οποίο βλέπουμε να αναπνέει γύρω μας. Οι ανοιχτές λαϊκές συνελεύσεις γειτονιάς είναι ήδη μια πραγματικότητα σε αρκετές περιοχές της αττικής και στην επαρχία. Πυρήνες αντίστασης υπάρχουν πλέον σχεδόν σε κάθε γωνιά του ελλαδικού χώρου. Χρειαζόμαστε την ενδυνάμωσή τους και τη δικτύωση. Η συζήτηση για κινηματική “απάντηση” στην κρίση έχει αρχίσει δειλά-δειλά να ανοίγεται, αλλά σίγουρα έχει πολύ δρόμο μπροστά της. Παρ’ όλα αυτά οι μορφές και τα περιεχόμενα που μπορεί να πάρει, ήδη έχουν εμφανιστεί σποραδικά και αποσπασμένα.

Προτάσσοντας την αλληλεγγύη, τη συλλογικότητα, την αδιαμεσολάβητη δράση και την αυτόνομη οργάνωση, να βγούμε στην επίθεση δημιουργώντας ανταγωνιστικές κοινωνικές σχέσεις και δίκτυα αγώνων.

οργάνωση – αντίσταση – αλληλεγγύη
βλάσσης

Τον τελευταίο καιρό και ειδικότερα μετά την επικύρωση της συνεργασίας ελληνικού κράτους-ΕΕ-ΔΝΤ, η κουβέντα για αναζήτηση “προτάσεων” εξόδου από την κρίση στο χώρο της αριστεράς έχει ανάψει. Οι προτάσεις αυτές προβάλλονται με διαφορετικές μορφές, καθότι κάθε συνιστώσα της αριστεράς δίνει τη δική της ερμηνεία και “λύση” στην κρίση. Παρακάτω θα ασχοληθούμε κυρίως με κάποια κομμάτια του σύριζα και της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Χονδρικά μπορούμε να πούμε πως αυτές οι “προτάσεις” κινούνται σε δύο κύριες κατευθύνσεις: η μια αφορά στην αντιμετώπιση του “εξωτερικού εχθρού” και η άλλη στην εσωτερική αναμόρφωση της κοινωνικής δομής του ελληνικού κράτους.

οι προγραμματικές προτάσεις …

Οι βασικές διέξοδοι που προτείνει η αριστερά σε σχέση με τον “εξωτερικό εχθρό” είναι η αποδέσμευση/αποχώρηση από την ΕΕ και την ευρωζώνη, η εκδίωξη του ΔΝΤ από τη χώρα (λόγος περί νέας κατοχής) και η κατάργηση του προγράμματος σταθερότητας. Για την επίλυση του ζητήματος του τερατώδους χρέους προς τους πιστωτές (ντόπιους και διεθνείς), προτείνεται η επαναδιαπραγμάτευσή του, υπό την απειλή της στάσης πληρωμών. Ακόμη πιο “ακραίες” φωνές προτάσσουν τη διαγραφή σημαντικού μέρους του χρέους. Ταυτόχρονα προωθούνται προτάσεις επιστροφής στο εθνικό νόμισμα της δραχμής, που θα υποτιμηθεί σημαντικά έναντι του ευρώ. Να σημειώσουμε εδώ όμως ότι, κυρίως εντός του σύριζα, πιο “νηφάλιες“ φωνές, προτείνουν, όχι την έξοδο από την ΕΕ, αλλά μια συνεργασία και συνεννόηση μεταξύ των “αδύναμων” κρατών, ώστε να ασκηθεί πίεση στους “ισχυρούς της ευρωζώνης” για μια πιο βιώσιμη λύση εντός των πλαισίων της ΕΕ.

Τώρα, σε σχέση με την αναμόρφωση της εσωτερικής κοινωνικής δομής του ελληνικού κράτους, η αριστερά ζητά την εθνικοποίηση των τραπεζών και άλλων, κομβικής σημασίας επιχειρήσεων, και τη λειτουργία τους κάτω από εργατικό/λαϊκό έλεγχο, τη φορολόγηση των πλουσίων και των χρηματιστηριακών συναλλαγών. Σε σχέση με τις συνέπειες της κρίσης στα αδύναμα κοινωνικά στρώματα, προτείνονται κάποιες μεταρρυθμίσεις που θα “ανακουφίσουν” τους εργαζόμενους. Τέτοιες είναι η αύξηση μισθών και συντάξεων, υψηλό επίδομα ανεργίας και βασικός μισθός, πλήρης απασχόληση κ.ά..

… και η ερμηνεία τους

Πρόθεσή μας δεν είναι να ασχοληθούμε με την κάθε πρόταση ξεχωριστά και να δούμε αν κινείται στη “σωστή” κατεύθυνση ή όχι. Ούτε να αντιπροτείνουμε άλλες “λύσεις”. Αυτό που ενδιαφέρει είναι το γενικότερο πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσονται και μια προσπάθεια για ερμηνεία της εκφοράς και “ανάγκης” τέτοιων προτάσεων. Αυτό που έχει ακόμα μεγαλύτερη σημασία είναι ότι αυτές οι “προτάσεις”, δεν αφορούν απλώς “πρακτικές λύσεις” για έξοδο από την κρίση, αλλά θέλουν ταυτόχρονα να αποτελέσουν ένα “πειστικό πρόγραμμα” που θα προσελκύσει τις λαϊκές μάζες και το εργατικό κίνημα, το οποίο εν τέλει θα τις φέρει εις πέρας και θα τις κάνει πράξη. Επομένως η κουβέντα για τη “διέξοδο από την κρίση”, δεν αναφέρεται στη θεωρητική σφαίρα και τη διανοητική διαμάχη, αλλά στο περιεχόμενο των κοινωνικών αγώνων που διεξάγονται και την κατεύθυνση που “πρέπει” να πάρουν.

η θεωρία της εξάρτησης και ο αντι-ιμπεριαλιστικός αγώνας

Το πρώτο σκέλος των προτάσεων είναι δέσμιο μιας παραδοσιακής και χρόνιας αντίληψης της αριστεράς, που ιστορικά συμπυκνώνεται στη λεγόμενη “θεωρία της εξάρτησης” (ως προς τη ανάλυση) και στο πρόταγμα του αντι-ιμπεριαλισμού (ως προς το περιεχόμενο του αγώνα). Η “θεωρία της εξάρτησης” βασίζεται στη διαπίστωση ότι το καπιταλιστικό κέντρο (τα ισχυρά κράτη) εκμεταλλεύεται και ξεζουμίζει την περιφέρεια (τα ανίσχυρα, υπό ανάπτυξη κράτη), με την συνεργασία κομματιών της εγχώριας κυρίαρχης ελίτ των αδύναμων κρατών, που θεωρούνται προδοτικά και υποχείρια του διεθνούς κεφαλαίου. Η λύση που συνήθως προτείνεται είναι ο αντιιμπεριαλιστικός αγώνας. Η εναντίωση δηλαδή στους εξαρτημένους προδότες και η απεξάρτηση από τους ιμπεριαλιστές, μέσα από ένα εθνικο-απελευθερωτικό κίνημα και ένα πρόγραμμα εθνικής ανάπτυξης πάνω σε “υγιείς βάσεις”. Κι όλα αυτά σε μια κατεύθυνση που θα εξυπηρετεί τις λαϊκές ανάγκες, θα διευρύνει τις δημοκρατικές ελευθερίες και θα θέτει τα θεμέλια για το πέρασμα στο σοσιαλισμό στο μέλλον. Αυτή η στρατηγική ιστορικά απέτυχε παταγωδώς, μέσα από την εφαρμογή της στα κράτη και στα κινήματα κυρίως του λεγόμενου τρίτου κόσμου.

Φυσικά η σημερινή αριστερά δεν προτείνει ακριβώς μια αντιγραφή αυτής της προοπτικής, αφού και η ίδια αντιλαμβάνεται πως η ιστορική συγκυρία είναι τελείως διαφορετική, ενώ αρκετοί αναγνωρίζουν την αποτυχία αυτού του μοντέλου. Το πρόβλημα ωστόσο, δεν είναι τόσο η αναπροσαρμοσμένη ιστορικά λύση που θα μπορούσε να προτείνει η αριστερά, όσο ο πυρήνας της ανάλυσης που την οδηγεί να κάνει κάτι τέτοιο.

Η θεωρία της εξάρτησης αντιλαμβάνεται τις σχέσεις κυριαρχίας και εκμετάλλευσης όχι από την οπτική του ανταγωνισμού μεταξύ κεφαλαίου-εργασίας, αλλά από την οπτική του ανταγωνισμού μεταξύ ισχυρών και ανίσχυρων κρατών. Ταυτόχρονα, απογυμνώνει τον αγώνα μεταξύ εκμεταλλευόμενων και εκμεταλλευτών από το ταξικό/κοινωνικό του περιεχόμενο και τον μετατρέπει σε εθνικό αγώνα ενός λαού εναντίον άλλων κρατών. Έτσι, εισάγεται από την πίσω πόρτα ο εθνικισμός και ο πατριωτισμός (δεν είναι τυχαίο άλλωστε, που το ΚΚΕ μιλά ανοιχτά πλέον για “ριζοσπαστικό πατριωτισμό”). Η εθνική συσπείρωση και συνεργασία, η συνταύτιση των συμφερόντων αντιμαχόμενων και εχθρικών μεταξύ τους τάξεων και ο κατευνασμός του “εσωτερικού” κοινωνικού ανταγωνισμού, είναι οι αναγκαίοι όροι ή οι αναπόφευκτες συνέπειες, για την αντιμετώπιση του “εξωτερικού εχθρού”.

Επιπροσθέτως ο λόγος περί ξένης εξάρτησης και εθνικής συσπείρωσης αδυνατεί να διαχωριστεί από τις εθνικιστικές/λαϊκίστικες κορώνες τόσο των φασιστών, όσο και της δημοκρατίας. Η κυρίαρχη αντίληψη διαχέει σαν αίτιο της κρίσης την κρατική κακοδιαχείριση, την απουσία ενός σύγχρονου και σοβαρού κράτους (ανάλογου των ευρωπαϊκών), τη χρόνια παθογένεια των ντόπιων πολιτικών “να τα παίρνουν”, την ανομία, τους κερδοσκόπους κτλ. Η βασική απαίτηση που βγαίνει από αυτές τις διαπιστώσεις, είναι η εγκαθίδρυση μιας αξιόπιστης και υπεύθυνης κυβέρνησης “που θα βάλει τάξη σε αυτό το χάλι”, θα εκσυγχρονίσει τους θεσμούς, “θα βάλει στη φυλακή τους κλέφτες” και θα επιβάλει ορθολογικούς κανόνες. Την ώρα που ο εθνικιστικός/λαϊκίστικος λόγος εντείνεται· την ώρα που ήδη έχει ανοίξει η συζήτηση για κυβέρνηση εθνικής ενότητας (με ταυτόχρονη αναστολή άρθρων του συντάγματος)· την ώρα που η δημοκρατία ζητά επιτακτικά τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής, η προώθηση των προταγμάτων της αριστεράς (όπως εμφανίζονται μέχρι στιγμής), δεν κάνει άλλο παρά να ανοίγει το δρόμο για τα σχέδια της κυριαρχίας.

Το πρόβλημα σήμερα, δεν είναι απλώς η κρίση υπερχρέωσης των κρατών. Δεν είναι το επιτόκιο με το οποίο θα δανειστεί το ελληνικό κράτος για να πληρώσει τους μισθούς και τις συντάξεις, ώστε “να μην πτωχεύσει ο λαός και χρεοκοπήσει η χώρα”. Το πρόβλημα, από οικονομική σκοπιά, είναι οι σχέσεις κεφαλαίου-εργασίας. Γι’ αυτούς είναι πρόβλημα κερδοφορίας και αβάσταχτου κόστους εργασίας. Για εμάς είναι όρος ζωής. Ακόμη περισσότερο σήμερα, το ζήτημα ξεφεύγει από τη στενά οικονομική σφαίρα. Μιλάμε για τη μετάβαση σε ένα νέο καθεστώς κοινωνικής/πολιτικής δομής και σχέσεων κυριαρχίας, που αναδιοργανώνει συνολικά τις κοινωνικές σχέσεις και τους όρους ζωής. Έχουμε μια επίθεση όχι απλά στους εργαζόμενους, αλλά σε όλη την κοινωνία· είτε αυτή γίνεται από ντόπιους είτε όχι είτε και από τους δύο, δεν μας αφορά· δεν έχουμε να επιλέξουμε μεταξύ μιας “κακής” ή “καλής” πρότασης διαχείρισης της κρίσης.

η επαναφορά της κεϋνσιανής πολιτικής

Ο λόγος περί απεγκλωβισμού και απεξάρτησης από τις ξένες δυνάμεις, συμπληρώνεται από ένα πρόγραμμα εσωτερικής/εθνικής αναμόρφωσης του ελληνικού κράτους. Ο βασικός κορμός αυτού του προγράμματος συνιστά μια επιστροφή στις κεϋνσιανές πολιτικές που ακολουθήθηκαν κυρίως στα δυτικο-ευρωπαϊκά κράτη και στη βόρειο αμερική, μετά το μεσοπόλεμο. Μια όχι και τόσο “ορθολογική” εφαρμογή αυτής της πολιτικής είχαμε και στην περίπτωση του ελληνικού κράτους, από το 1981 και μετά, με την έλευση της σοσιαλδημοκρατίας στην εξουσία.

Ο πυρήνας της κεϋνσιανής πολιτικής εναποθέτει στο κράτος τη φροντίδα για εθνική ανάπτυξη και εκσυγχρονισμό, για υψηλούς μισθούς, για πλήρη απασχόληση και άρα μικρή ανεργία, για σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και γενικότερα για την ομαλή αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης. Κι όλα αυτά, ακόμα κι αν το κράτος δημιουργεί τεράστια ελλείμματα, τουλάχιστον στην αρχή, μέχρι να ανακάμψει η οικονομία. Ταυτόχρονα, ένα τέτοιο καθεστώς εξασφαλίζει σταθερότητα για την ανάπτυξη του κεφαλαίου, μέσα από την ενσωμάτωση μεγάλων τμημάτων των εργαζομένων και την ειρήνευση των κοινωνικών συγκρούσεων, που επιτυγχάνουν η δημοκρατική συναίνεση και οι θεσμοί διαμεσολάβησης (συνδικάτα, κόμματα, μκο, μμε).

Αυτό το μοντέλο κοινωνικής/οικονομικής οργάνωσης επίσης απέτυχε ιστορικά. Το αμερικανικό κράτος και τα περισσότερα δυτικο-ευρωπαϊκά άρχισαν να το εγκαταλείπουν από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, με την επιβολή της νέο-φιλελεύθερης μορφής του καπιταλισμού. Στην περίπτωση του ελληνικού κράτους, αυτή η αποδόμηση άρχισε ουσιαστικά από το 1985 και συνεχίστηκε με μεγαλύτερη ένταση από τις αρχές του ’90 και μετά. Ακόμη παραπέρα, η εξέγερση του 2008 και οι αγώνες που ακολούθησαν το επόμενο διάστημα, έδειξαν ότι αρκετά κοινωνικά κομμάτια που αναθράφηκαν υπό το καθεστώς της δημοκρατικής ομαλότητας και του κράτους πρόνοιας, δεν είναι πλέον διατεθειμένα να επιστρέψουν στο παρελθόν. Αντιθέτως, είναι στο ίδιο αυτό το καθεστώς που οι εξεγερμένοι επιτέθηκαν ερχόμενοι σε κάθετη και αδιάλλακτη ρήξη, διαρρηγνύοντας τη δημοκρατική διαβούλευση και την κοινωνική ειρήνη. Από την πλευρά τη δημοκρατίας, οι μεταρρυθμίσεις-σοκ που προωθούνται θέλουν να διαλύσουν και τυπικά κάθε υπόλειμμα κεϋνσιανής πολιτικής, σηματοδοτώντας ένα τέλος εποχής και την έλευση ενός νέου μοντέλου κοινωνικής/πολιτικής οργάνωσης, του οποίου τα χαρακτηριστικά βρίσκονται ακόμα υπό διαμόρφωση.

Και εδώ φυσικά, δεν είναι πρόθεση της αριστεράς να επιστρέψει εξ ολοκλήρου σε ένα ιστορικά ξεπερασμένο μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης. Άλλωστε πολλοί τονίζουν τη συνιστώσα του εργατικού/λαϊκού ελέγχου, σαν ειδοποιό διαφορά της “αστικής” μορφής του κεϋνσιανού μοντέλου. Ωστόσο, πολλές από τις μεταρρυθμίσεις που προτάσσει η αριστερά αποτελούν στοιχεία που εντάσσονται στην κεϋνσιανή αντίληψη του κοινωνικού.

Αν εξαιρέσουμε τις γενεσιουργές/ιστορικές αιτίες της ανάδυσης του κράτους πρόνοιας (κοινωνικός ανταγωνισμός, προστασία του καπιταλισμού απ’ τον εαυτό του κτλ)· αν εξαιρέσουμε τη σημερινή συγκυρία και την αποτυχία αυτής της μορφής οργάνωσης, θα δούμε και πάλι, πως η αριστερά είναι δέσμια όχι μόνο ενός πρακτικισμού και λαϊκίστικου πραγματισμού, αλλά και του ίδιου της του εαυτού σαν ιστορικό μόρφωμα.

Οι δύο κύριες τάσεις της αριστεράς, είτε η μεταρρυθμιστική είτε η επαναστατική, παρ’ όλες τις τεράστιες διαφορές μεταξύ τους, είχαν πάντα ένα κοινό σημείο: την αντίληψη ότι μέσω μιας “άλλης” κρατικής/εργατικής διαχείρισης (είτε με επανάσταση είτε με τις εκλογές) θα ήταν δυνατόν να μετασχηματιστεί η κοινωνία, να τεθούν οι σοσιαλιστικές βάσεις και να οδηγηθούμε στον κομμουνισμό. Και εδώ, η ιστορία έδειξε με τον πιο τραγικό τρόπο, πως μια τέτοια προοπτική όχι μόνο απέτυχε, αλλά οδήγησε απ’ τη μια πλευρά σε πλήρη ενσωμάτωση στην καπιταλιστική τάξη (σοσιαλδημοκρατία) και απ’ την άλλη σε μια απερίγραπτη βαρβαρότητα (σοβιετισμός, μαοϊσμός κτλ).

Η αριστερά, εγκλωβισμένη στα ιστορικά της όρια, δεν μπορεί παρά να βλέπει τους κοινωνικούς αγώνες και την οργάνωση της κοινωνικής ζωής, μέσα από το πρίσμα της κρατικής διαχείρισης. Έτσι λοιπόν και στη σημερινή κρίση, το μόνο που μπορεί να διανοηθεί είναι αυτό με το οποίο αναθράφηκε ιστορικά και ήδη έχει κάνει πράξη. Δεν μπορεί να δει τη σημερινή επίθεση σαν την εγκαθίδρυση ενός νέου καθεστώτος, παρά απλώς ως μια επίθεση στις κατακτήσεις του παρελθόντος. Αιτήματα για πλήρη και σταθερή απασχόληση, 8ωρο, δουλειά για όλους κτλ, ακούγονται αρκετά αναχρονιστικά. Κι αυτό όχι μόνο επειδή συνιστούν την επιστροφή σε παρελθούσες διεκδικήσεις του εργατικού κινήματος (20ου αιώνα)· όχι μόνο επειδή έχουν ξεπεραστεί ιστορικά· η αριστερά δυσκολεύεται να αντιληφθεί τους βαθείς μετασχηματισμούς τόσο στη φύση της εργασίας, στις σχέσεις εκμετάλλευσης και στην ταξική/κοινωνική σύνθεση του προλεταριάτου, όσο και στις παραδοσιακές περί εργασίας αντιλήψεις. Οι αξίες της εργατικότητας, της φιγούρας του φτωχού πλην τίμιου εργάτη έχουν αποδομηθεί ιστορικά. Η εργασία πλέον, για όλο και περισσότερο κόσμο, δεν βιώνεται ως δημιουργική ενασχόληση που προάγει το πνεύμα κτλ, αλλά ως καταναγκασμός.

περί της αναγκαιότητας προγραμματικών προτάσεων

Και εσείς τι προτείνετε; Αυτή είναι η διαρκής ανησυχία κάθε αριστερού αγωνιστή. Η αριστερά κατατρύχεται από μια αγωνία να βρει και να διατυπώσει προγράμματα, χειροπιαστές προτάσεις και λύσεις. Προσπαθεί να βρει τρόπους, ώστε να δείξει πώς η τάδε ή η δείνα πρόταση της εξουσίας, μπορεί να αντιστραφεί και να πάρει ένα άλλο, πιο λαϊκό περιεχόμενο. Έτσι, μιλά για αφοπλισμό της αστυνομίας και απαγόρευση των χημικών, όταν η εξέγερση επιτίθεται στους μηχανισμούς ασφάλειας και τους απαξιώνει στη συνείδηση της κοινωνίας συνολικά. Ή θεωρεί “σε καλή κατεύθυνση” το νομοσχέδιο για τη μετανάστευση και ζητά πιο ριζοσπαστικές αλλαγές. Κι αυτά είναι μόνο κάποια ελάχιστα παραδείγματα των πρόσφατων μηνών και όχι απ’ τα πιο τρανταχτά. Ακόμα και οι πιο ριζοσπαστικές τάσεις της αριστεράς (και παρ’ όλο που αναγνωρίζουν το πρόβλημα της κρίσης στον πυρήνα των καπιταλιστικών σχέσεων), πέφτουν στην παγίδα του πρακτικισμού και των “σταδιακών βημάτων”.

Αυτό που αντιλαμβάνεται ως πρόβλημα σήμερα η αριστερά, σε σχέση με τη μέχρι πρότινος αδυναμία ανάδυσης κινημάτων αντίστασης, είναι η έλλειψη προγραμματικών προτάσεων. Αυτό που λείπει, μας λένε, είναι μια “…εφικτή εναλλακτική λύση, που θα είναι ικανή να πείσει τις λαϊκές μάζες για την αναγκαιότητα του κοινωνικού μετασχηματισμού…”, “…δεν μπορούμε να προτείνουμε ουτοπικά σχέδια, δεν θα μας ακολουθήσει κανείς…“

Ωστόσο, δεν είναι η έλλειψη προτάσεων που δεν κινητοποιεί κομμάτια της κοινωνίας. Η αριστερά έκανε πως δεν έβλεπε τους ραγδαίους μετασχηματισμούς στον ελληνικό χώρο, τη δεκαετία του ’80 και ειδικότερα του ’90. Το όνειρο της κοινωνικής ανέλιξης στις τάξεις των μικροαστών, ο καταναλωτισμός, η εξατομίκευση και η διάλυση του συλλογικής συνείδησης, η ενσωμάτωση στις κρατικές δομές, η αποσύνθεση των κοινωνικών/πολιτικών σχέσεων, ο διάχυτος ρατσισμός έναντι των μεταναστών, το θέαμα του εκσυγχρονισμού και η ιδέα της ισχυρής ελλάδας, η απαξίωση της πολιτικής είναι μερικά μόνο από τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις τεράστιες αλλαγές, που υπέστη ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός.

Μια άλλη πτυχή, που αφορά την εμμονή της αριστεράς στον ιδεολογικό προγραμματικό λόγο είναι η γενικότερη αντίληψή της, πως τα χαρακτηριστικά μιας νέας κοινωνίας ή τρόπος με τον οποίο θα φτάσουμε εκεί, μπορούν να προέλθουν μόνο από τα πολιτικά κόμματα. Ο “απλός λαός” είναι ανίκανος να κατανοήσει τις ιστορικές μεταβολές και να προτείνει λύσεις, οπότε αναλογεί στις πολιτικές οργανώσεις και τα κόμματα να καταρτίσουν ένα ιδεολογικό πρόγραμμα, που θα εισαχθεί -ή πιο κόσμια- θα ζυμωθεί μέσα στις μάζες, με την ελπίδα να ηγεμονεύσει και να οδηγήσει στην αλλαγή.

Η λενινιστική αυτή αντίληψη δεν αντιλαμβάνεται τον τόπο μέσα στον οποίο γεννιούνται οι μορφές κοινωνικής οργάνωσης. Δηλαδή, μέσα στο πεδίο των κοινωνικών σχέσεων και των κινηματικών διαδικασιών του αντι-συστημικού αγώνα. Η νέες μορφές κοινωνικής οργάνωσης υλοποιούνται, όχι πάντα με καθαρή μορφή, κατά τη διάρκεια ενός αγώνα και όχι αποκλειστικά μέσα στα κεφάλια των διανοούμενων. Χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι θα περιμένουμε αυθόρμητα να δημιουργηθούν ή ότι η σκέψη πάνω στις μορφές οργάνωσης και τους αγώνες δεν έχει νόημα. Άλλωστε, αρκετοί από αυτούς που επεξεργάστηκαν τέτοια ζητήματα είχαν σαν πρώτη ύλη αυτό που δημιούργησαν οι ίδιοι οι εκμεταλλευόμενοι. Ο θείος Κάρολος κατέληξε στη μορφή που θα ήθελε να έχει ο σοσιαλισμός, μόνο μετά το παράδειγμα της Κομμούνας του παρισιού το 1871.

“κι εσείς τι προτείνετε;”

Αν κάποιοι ψάχνουν να βρουν λύσεις διαχείρισης του υπάρχοντος, ας ψάξουν αλλού. Για εμάς προέχουν άλλα πράγματα.

Οι ιστορικές μεταβολές που βιώνουμε απαιτούν πρώτα και κύρια την κατανόηση και ερμηνεία τους. Να δούμε τις νέες κοινωνικές δυνάμεις που αναδύονται, τα χαρακτηριστικά του σημερινού ταξικού/κοινωνικού ανταγωνισμού και τις κινήσεις της δημοκρατίας. Αυτά αποτελούν το πρωταρχικό υλικό για να επαναπροσδιορίσουμε τη θέση και τη στάση μας απέναντι στους αγώνες. Μακριά και πέρα από ιδεολογικές τοποθετήσεις, χρειάζεται να δοκιμαστούμε και να παλέψουμε μέσα στα κινήματα που αναπτύσσονται, ως κομμάτι τους και όχι ως διαχωρισμένες πολιτικές οντότητες που θα διδάξουν. Βρισκόμαστε πολύ πίσω ακόμα για να ζητάμε συνολικές λύσεις, των οποίων οι μορφές και τα περιεχόμενα θα βρεθούν μέσα από τη διαδικασία του αγώνα.

Στη φάση που βρισκόμαστε προέχει η οργάνωση του συλλογικού. Οργάνωση από την άποψη του σταδιακού χτισίματος ευρύτερων κινηματικών δομών με μακροχρόνια προοπτική, που θα προσπαθούν να χτίσουν δεσμούς με άλλα κοινωνικά κομμάτια. Να κινηθούμε στην κατεύθυνση της έμπρακτης διάχυσης της αλληλεγγύης, μέσα από ανοιχτές συλλογικές δράσεις και διαδικασίες. Δημιουργώντας αδιαμεσολάβητες και αμεσοδημοκρατικές δομές, να οργανωθούμε στους χώρους εργασίας, στα σχολεία, στις γειτονιές, στα πανεπιστήμια, παντού, μέσα στα πρωτοβάθμια σωματεία και στις λαϊκές συνελεύσεις.

Οι σκέψεις σχετικά με το χτίσιμο των κινηματικών δομών κινούνται σε τρία επίπεδα. Σε πρώτο επίπεδο, λειτουργούν ως δομές αντίστασης και οργάνωσης του συλλογικού. Ως πόλοι συσπείρωσης, κινηματικής ζύμωσης, εφαλτήριο κινητοποίησης και άμεσης δράσης. Ως ένα διάχυτο αυτόνομο δίκτυο αγώνων. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, μπορούν να λειτουργήσουν ως μορφές αυτοοργάνωσης για την αντιμετώπιση των συνεπειών της κρίσης, απέναντι στη μοιρολατρία και την κρατική (ή όποια άλλη) ετερονομία. Με απεργιακές/συλλογικές κουζίνες, απαλλοτριώσεις, ταμεία αλληλοβοήθειας, καταλήψεις στέγης, στήριξη αγωνιστών/απεργών κ.ά.. Σε ένα τρίτο επίπεδο και πολύ μακρινό βέβαια, τέτοιες δομές θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως πρόπλασμα ευρύτερων μορφών κοινωνικής οργάνωσης.

Δε μιλάμε για ιδεολογικές απαιτήσεις που αεροβατούν. Μιλάμε για πράγματα τα οποία ήδη συμβαίνουν. Είναι αυτό το οποίο βλέπουμε να αναπνέει γύρω μας. Οι ανοιχτές λαϊκές συνελεύσεις γειτονιάς είναι ήδη μια πραγματικότητα σε αρκετές περιοχές της αττικής και στην επαρχία. Πυρήνες αντίστασης υπάρχουν πλέον σχεδόν σε κάθε γωνιά του ελλαδικού χώρου. Χρειαζόμαστε την ενδυνάμωσή τους και τη δικτύωση. Η συζήτηση για κινηματική “απάντηση” στην κρίση έχει αρχίσει δειλά-δειλά να ανοίγεται, αλλά σίγουρα έχει πολύ δρόμο μπροστά της. Παρ’ όλα αυτά οι μορφές και τα περιεχόμενα που μπορεί να πάρει, ήδη έχουν εμφανιστεί σποραδικά και αποσπασμένα.

Προτάσσοντας την αλληλεγγύη, τη συλλογικότητα, την αδιαμεσολάβητη δράση και την αυτόνομη οργάνωση, να βγούμε στην επίθεση δημιουργώντας ανταγωνιστικές κοινωνικές σχέσεις και δίκτυα αγώνων.

οργάνωση – αντίσταση – αλληλεγγύη
βλάσσης

#top #close

Leave your response!

Add your comment below, or trackback from your own site. You can also subscribe to these comments via RSS.

Be nice. Keep it clean. Stay on topic. No spam.

You can use these tags:
<a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>

This is a Gravatar-enabled weblog. To get your own globally-recognized-avatar, please register at Gravatar.