Τρομονόμος Νο 3 – Είμαστε όλοι “τρομοκράτες”
Η κυβέρνηση ψήφισε στα μουλωχτά την δεύτερη τροποποίηση του τρομονόμου, κατακαλόκαιρο (26 Αυγούστου), σε μια μόνο συνεδρίαση του Θερινού Τμήματος της Βουλής και την δημοσίευσε στα τέλη Σεπτεμβρίου. Η ψήφιση της νέας ρύθμισης (Ν.3875/2010 ΦΕΚ: 158/Α/2010) είναι χαρακτηριστική του τρόπου που νομοθετεί η κοινοβουλευτική χούντα. Η κυβέρνηση ενώ μεγαλόσχημα ευαγγελίζεται τη διαβούλευση με την κοινωνία και το δημόσιο διάλογο, στην πραγματικότητα περνά εν κρυπτώ σημαντικές διατάξεις οι οποίες στην ουσία ποινικοποιούν την πολιτική και συνδικαλιστική δράση και χαρακτηρίζουν πλέον ως τρομοκρατική πράξη κακουργηματικού χαρακτήρα κάθε διαδήλωση, κατάληψη η φθορά ξένης περιουσίας.
Με αντίστοιχο τρόπο είχε περάσει και η κυβέρνηση Καραμανλή, το καλοκαίρι του 2009, την πρώτη τροποποίηση του τρομονόμου που περιλάμβανε τον περίφημο κουκουλονόμο, δηλαδή τη μετατροπή πλημελλημάτων σε κακουργήματα, αν κανείς έχει καλύψει το πρόσωπο του ως στοιχειώδες μέτρο αυτοάμυνας στο χημικό πόλεμο της αστυνομίας. Τότε βέβαια το ΠΑΣΟΚ είχε μεγαλόστομα και υποκριτικά δεσμευτεί να καταργήσει τον κουκουλονόμο, σήμερα, τον αναβαθμίζει ακόμη περισσότερο.
Αφορμή για την επιπλέον ενίσχυση του τρομονόμου υπήρξε η κύρωση της σύμβασης του Παλέρμο του ΟΗΕ, που υπό το πρόσχημα της αντιμετώπισης του λεγόμενου οργανωμένου εγκλήματος, εισήγαγε την έννοια της «τρομοκρατίας» και την όρισε ως βασικό εχθρό του σύγχρονου κόσμου. Μια σύμβαση που αν και πέρασαν 10 χρόνια (ψηφίστηκε το 2000), καμιά ελληνική κυβέρνηση δεν έπαιρνε την ευθύνη της κύρωσής της.
Ο τρομονόμος και οι διαδοχικές τροποποιήσεις του δεν είναι άσχετες από την εσωτερική αλλά και τη διεθνή συγκυρία. Το κράτος αναβαθμίζει το νομικό του οπλοστάσιο ενάντια σε όσους αντιστέκονται στη σύγχρονη κοινωνική και εργασιακή βαρβαρότητα και θωρακίζει τον κατασταλτικό του μηχανισμό απέναντι στον “εσωτερικό εχθρό”. Η δημοκρατία αποκαλύπτει σιγά-σιγά το ολοκληρωτικό της πρόσωπο και προετοιμάζεται απέναντι στις διαφαινόμενες κοινωνικές εκρήξεις. Έτσι, ο τρομονόμος έρχεται να λειτουργήσει τόσο προληπτικά, όσο και κατασταλτικά. Από τη μια θέλει να σπείρει τον τρόμο ώστε να παραλύσει τις κοινωνικές αντιδράσεις μπροστά στον κίνδυνο να βρεθεί ο καθένας στη φυλακή με κατηγορίες «τρομοκράτη». Από την άλλη έρχεται να λύσει τα χέρια σε μπάτσους, εισαγγελείς και δικαστές και να σύρουν σε δίκες και εκδικητικές φυλακίσεις ως “μέλη τρομοκρατικής οργάνωσης” όσους εκδηλώνουν έμπρακτα την αντίθεση τους στην βαρβαρότητα της κυριαρχίας, απλά και μόνο με την παρουσία τους στο δρόμο.
Οι τροποποιήσεις στον τρομονόμο είναι οι εξής:
1. Ενώ έως τώρα τιμωρούνταν «όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από τρία ή περισσότερα πρόσωπα (οργάνωση) και επιδιώκει τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων». Το «και» αντικαταστάθηκε με «που». Έτσι, εξαλείφεται το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου και αντικαθίσταται με το αντικειμενικό συλλογικό στοιχείο. Είναι αδιάφορο αν ο διωκόμενος ήθελε να διαπράξει ή διέπραξε κακουργήματα. Αρκεί που το ήθελε η οργάνωση. Το ελληνικό σύστημα δικαίου δεν περιλάμβανε μέχρι τώρα τον αντικειμενικό δόλο. Πλέον, στο όνομα της «καταπολέμησης της τρομοκρατίας», εισάγεται και αυτός. Η συλλογική ευθύνη είναι πλέον αδίκημα και με το νόμο. Αποδεικνύεται γι’ ακόμη μία φορά πόσο περατά είναι τα όρια αστικής δημοκρατίας και φασισμού.
2. Ως «τρομοκρατική» οργάνωση ορίζεται πλέον και αυτή που συγκροτείται για να διαπράξει πλημμελήματα (π.χ. παρακώλυση συγκοινωνιών, διακεκριμένη φθορά κ.ά.). Έτσι, οι συλληφθέντες μιας μαχητικής πορείας, στους οποίους κατά κανόνα αποδίδονται τέτοια αδικήματα, μπορούν κάλλιστα να δικαστούν ως «τρομοκράτες». Απλώς, τους επιφυλάσσεται μικρότερη ποινή σε σχέση με όσους διαπράττουν κακουργήματα. Το ίδιο ισχύει και για όποιον κατηγορηθεί ότι «διευθύνει» τέτοια ομάδα. Δικάζεται κι αυτός σαν «αρχηγός», αλλά με μειωμένη ποινή (ο «διευθύνων» ομάδα που συστήθηκε για να διαπράξει κακουργήματα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον 10 ετών).
3. Ο κύκλος των μελών μιας οργάνωσης διευρύνεται και με τους συμπαθούντες και όσους κατά την κρίση του δικαστηρίου υποβοηθούν την τέλεση πράξεων που ο νόμος ονομάζει κακουργηματικές. Τώρα -και με το νόμο πλέον- η υποβοήθηση της αντίστασης στο καθεστώς της Κυριαρχίας είναι κακούργημα. Συγκεκριμένα, ο νέος νόμος προβλέπει πως «όποιος παρέχει ουσιώδεις πληροφορίες ή υλικά μέσα με σκοπό να διευκολύνει ή να υποβοηθήσει για τη διάπραξη κακουργηματικών πράξεων, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών». Μάλιστα, ο νέος νόμος διευκρινίζει ρητά ότι αυτή η κατηγορία απευθύνεται «ανεξάρτητα από τη διάπραξη οποιουδήποτε εγκλήματος από τα αναγραφόμενα στην παρ. 1»! Πρακτικά αυτό σημαίνει πως αν φωνάξεις σε μια ομάδα διαδηλωτών ( ‘τρομοκρατών’ με την ορολογία της Εξουσίας) «προσέξτε από εκεί έρχεται η αστυνομία», αν προσφέρεις σε κάποιον μία χειρουργική μάσκα ενάντια στα δακρυγόνα, ή αν προσφέρεις στέγη ή οποιαδήποτε βοήθεια σε όποιον αγωνίζεται κατά αυτού του συστήματος (τον οποίον η Εξουσία έχει βαφτίσει τρομοκράτη), κινδυνεύεις να βρεθείς στη φυλακή μέχρι και δέκα χρόνια ως συνεργός τρομοκρατών.
4. Εισάγεται πλέον, δίπλα στη συμμετοχή σε «δομημένη οργάνωση», το αδίκημα της απειλής. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 187Α του Ποινικού Κώδικα επέρχεται τροποποίηση σύμφωνα με την οποία «όποιος απειλεί σοβαρά με την τέλεση του κατά την παρ. 1 εγκλήματος και έτσι προκαλεί τρόμο, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών». Τα όρια της αυθαιρεσίας εκτείνονται πλέον στο άπειρο, καθώς ευθέως διώκεται το φρόνημα και η πρόθεση τέλεσης εγκλήματος. Και αφού η Εξουσία ονομάζει ανοικτά και με το νόμο πλέον έγκλημα και τρομοκρατία οποιασδήποτε μορφής αντίσταση εναντίον της, πρακτικά, η ανακοίνωση μιας διαδήλωσης ή μιας κατάληψης μπορεί να θεωρηθεί ότι προκαλεί τρόμο και άρα οι διοργανωτές είναι δυνατό να συλληφθούν και να οδηγηθούν στη φυλακή.
5. Για να κατοχυρωθεί καλύτερα η διεύρυνση του κύκλου των «υπόπτων», έρχεται η κατάργηση της διάταξης του νόμου του 2004 που έλεγε ότι «δεν συνιστά τρομοκρατική πράξη η τέλεση ενός ή περισσότερων από τα εγκλήματα των προηγούμενων παραγράφων, αν εκδηλώνεται ως προσπάθεια εγκαθίδρυσης δημοκρατικού πολιτεύματος ή διαφύλαξης ή αποκατάστασης αυτού ή ως δράση υπέρ της ελευθερίας… ή αποσκοπεί στην άσκηση θεμελιώδους ατομικής, πολιτικής ή συνδικαλιστικής ελευθερίας ή άλλου δικαιώματος». Η διάταξη αυτή ενώ θεωρητικά απέτρεπε τη δίωξη του φρονήματος και της ανοιχτής πολιτικής και συνδικαλιστικής δράσης, ουσιαστικά όλα αυτά ετίθεντο στην κρίση του εκάστοτε δικαστηρίου. Σήμερα, με την κατάργηση του συγκεκριμένου άρθρου, καταργούνται ακόμα και τα προσχήματα. Τυχαία γίνεται λόγος για χούντα;
6. Με τον προηγούμενο «τρομονόμο» το δικαστήριο δεχόταν ανώνυμες μαρτυρικές καταθέσεις, αλλά ήταν υποχρεωμένο να αποκαλύψει στον κατηγορούμενο το όνομα του μάρτυρα, εφόσον εκείνος (ο κατηγορούμενος) ή κάποιος διάδικος το ζητούσε. Η δυνατότητα αυτή πλέον αφαιρείται, αφού το δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί το αίτημα αυτό εφόσον αιτιολογήσει γραπτά τους λόγους της άρνησης. Η αλλαγή αυτή μπορεί να στείλει σε πολυετείς καθείρξεις κατηγορούμενους για «τρομοκρατία» με βάση καταθέσεις ανθρώπων που δεν θα δουν και δεν θα ακούσουν ποτέ διά ζώσης, ώστε να μπορούν να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς τους. Το μέτρο αυτό ξεπερνά και τον πιο σκληρό και αρρωστημένο ολοκληρωτισμό. Η αντίσταση ονομάζεται τρομοκρατία, διώκεται ως κακούργημα με τη συνδρομή αόρατων μαρτύρων, που αν το δικαστήριο αρνηθεί να αποκαλύψει την ταυτότητά τους, δε θα μάθουμε ποτέ αν πραγματικά υπήρξαν ή αν υπήρξαν τι σχέση (δεν) είχαν με την υπόθεση. Επιπλέον θα μπορούν να φυγαδεύονται στο εξωτερικό. Ικανοποιείται έτσι ένα πάγιο αίτημα των αμερικανικών διωκτικών υπηρεσιών και κατασταλτικών μηχανισμών για τη χρήση «ανώνυμων πληροφοριοδοτών» κατά τα αμερικανικά πρότυπα, δηλαδή πρακτόρων των μυστικών υπηρεσιών! Είναι εμφανής η τάση ομογενοποίησης της καταστολής της υπερεθνικής Εξουσίας αλλά και της ολοκληρωτικής κοινωνίας που αυτή ετοιμάζει.
7. Νέες «ειδικές ανακριτικές τεχνικές» εισάγονται και προωθείται η διεθνής συνεργασία για την πάταξη της τρομοκρατίας και την ανταλλαγή τεχνογνωσίας ανακριτικών μεθόδων μεταξύ κρατών. Η ανησυχητικά γενικόλογη διατύπωση των ειδικών ανακριτικών τεχνικών-που προσδιορίζονται συνοπτικά ως «ηλεκτρονικές ή άλλες μορφές παρακολούθησης»- νομιμοποιεί με την κύρωση του νόμου την ακατάσχετη χρήση πιθανόν ακραίων ανακριτικών μεθόδων που μέχρι σήμερα, θεωρητικά τουλάχιστον, ήταν παράνομες. Η χρήση αυτών των μεθόδων βρίσκεται φυσικά στην αποκλειστική δικαιοδοσία των αστυνομικών αρχών. Ταυτόχρονα, η κύρωση με νόμο αγνώστων ανακριτικών μεθόδων αποτελεί μια αναμενόμενη εξέλιξη από την στιγμή που παγκόσμια πλέον οι «δημοκρατίες» χαλαρώνουν τα όρια της χρήσης ψυχικής ή και σωματικής βίας ως αποκλειστική μέθοδο απόσπασης των απαραίτητων πληροφοριών.
Πρέπει να επισημανθεί ότι η κύρωση της σύμβασης του Παλέρμο προδικάζει τη λήψη και άλλων κατασταλτικών μέτρων, όπως π.χ. η σκλήρυνση του καθεστώτος κράτησης των καταδικασθέντων για «τρομοκρατία». Για παράδειγμα, το άρθρο 11 παρ. 4 της σύμβασης προβλέπει διαφορετικό καθεστώς για την προσωρινή ή υφ’ όρων απόλυση καταδικασθέντων για τέτοια αδικήματα. Αναφέρει συγκεκριμένα ότι : «κάθε κράτος μέρος διασφαλίζει ότι τα δικαστήριά του ή άλλες αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη τη βαρύτητα των αδικημάτων που καλύπτονται από τη Σύμβαση αυτή, όταν εξετάζουν το ενδεχόμενο προσωρινής ή υφ’ όρων απόλυσης προσώπων, που έχουν καταδικαστεί για τέτοια αδικήματα».
Kοσμάς & Ι.Χ.







Leave your response!