Το χρονικό των 46 εκτοπισμένων που βρέθηκαν στο Ρέθυμνο τον Σεπτέμβρη

refu

Στις 21 Σεπτεμβρίου εντοπίστηκε πλεούμενο που είχε εκπέμψει σήμα κινδύνου λόγω καιρικών συνθηκών και είχε προσαράξει στο σύμπλεγμα βραχονησίδων Παξιμάδια, νότια του νομού Ρεθύμνου. Στις 22 Σεπτεμβρίου το πλεούμενο προσεγγίστηκε και περισυλλέχτηκαν από το λιμενικό 46 άνθρωποι κουρδικής καταγωγής από το Ιράν και το Ιράκ, που είχαν ήδη μείνει χωρίς φαγητό και νερό για δύο ημέρες. Έπειτα μεταφέρθηκαν στο λιμεναρχείο Ρεθύμνου, όπου κρατήθηκαν για περίπου μία εβδομάδα. Κατά το διάστημα της παραμονής τους εκεί, αλληλέγγυες και αλληλέγγυοι προσπάθησαν να σταθούν δίπλα τους από την πρώτη στιγμή, παρέχοντας υλική και ηθική υποστήριξη, προσπαθώντας να τους ανακουφίσουν, έστω προσωρινά, από τη συνθήκη κράτησης που βίωναν και προστατεύοντας τα έννομα δικαιώματά τους στις νομικές διαδικασίες που ακολουθούνταν. Στις 23 Σεπτεμβρίου έφτασαν εσπευσμένα οι σύζυγοι και τα παιδιά δύο εκ των γυναικών που βρίσκονταν στο λιμεναρχείο, οι οποίοι κατοικούν στην Ευρώπη, αγωνιώντας για την τύχη των δικών τους ανθρώπων, αλλά και των συνταξιδιωτών τους. Στις 26 Σεπτεμβρίου, αρκετοί από τους ενήλικες που κρατούνταν, ξεκίνησαν απεργία πείνας και δίψας επιχειρώντας να διεκδικήσουν τη μεταφορά τους στην Αθήνα και τη διεκπεραίωση των διαδικασιών για αίτημα ασύλου εκεί και όχι σε κάποιο νησί του Αιγαίου (από όπου θεωρούσαν την επαναπροώθηση στην Τουρκία πιο πιθανή). Αυτή η απόπειρα, αν και έγινε μέσα σε φορτισμένο κλίμα, φωνάζοντας συνθήματα για την ελευθερία μέσα και έξω από τα κάγκελα, σταμάτησε σύντομα, όταν εξηγήθηκε από τους δικηγόρους ότι κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό, καθώς από τις διαδικασίες προβλέπεται ότι μεταφορές από την Κρήτη γίνονται μόνο προς τα νησιά (!). Στις 28 Σεπτεμβρίου τους επιδόθηκαν τυπικά έγγραφα στα ελληνικά που γνωστοποιούσαν ότι τελούν υπό απέλαση. Πολλοί από τους κρατούμενους αντέδρασαν αρνούμενοι να τα παραλάβουν, πετώντας κάποια από τα χαρτιά στους αλληλέγγυους για να τους τα μεταφράσουν και φωνάζοντας “no deport”. Η αναστάτωση κατευνάστηκε αργότερα, όταν αλληλέγγυοι και μετανάστες καθησυχάστηκαν από δικηγόρους και φορείς ότι επρόκειτο για τυπική διαδικασία που ακολουθείται παράλληλα με την εκδήλωση ενδιαφέροντος για αίτηση ασύλου. Τα ξημερώματα της 29ης Σεπτεμβρίου, εν μέσω καταιγίδας, οι κρατούμενες και κρατούμενοι απήχθησαν ουσιαστικά από την αστυνομία και συνοδεία των μισών αστυνομικών δυνάμεων της πόλης μεταφέρθηκαν στο λιμάνι του Ηρακλείου, για να επιβιβασθούν στο «Champion Jet2» της εταιρίας «Seajets» με κατεύθυνση τις Κυκλάδες και τελικό προορισμό την Κω, όπως κοινοποιήθηκε αργότερα. Μετά τη μεταφορά, δύο ασυνόδευτοι ανήλικοι παρέμειναν κρατούμενοι στο τμήμα από τους μπάτσους, καθώς δε βρισκόταν θέση σε δομή φιλοξενίας για ανήλικους. Ακόμα τρία άτομα που είχαν δηλώσει ότι θέλουν να επιστρέψουν στη χώρα τους και ένα που νοσηλευόταν στο νοσοκομείο Ρεθύμνου έμειναν πίσω.

refu2

 

Για την κρητική φιλοξενία

 

Σαν συνέπεια της εφαρμογής της συμφωνίας μεταξύ Τουρκίας – Ελλάδας και ΕΕ και του περιορισμού περατότητας του Αιγαίου, η ανθρώπινη μετακίνηση αναζητά άλλες οδούς παρακάμπτοντας την Ελλάδα είτε μέσω της Μαύρης θάλασσας είτε, στη Μεσόγειο, μέσω της θαλάσσιας οδού νότια της Κρήτης προς την Ιταλία. Ταυτόχρονα οι συνεχώς μεταβαλλόμενες, επιδεινούμενες καιρικές συνθήκες δυσχεραίνουν τα ταξίδια. Κάπως έτσι μέσα στο μήνα Σεπτέμβριο υπήρξαν τέσσερα διαφορετικά περιστατικά αφίξεων προσφύγων (103 άτομα στις 5/9 και 74 στις 7/9 στο Ηράκλειο, 62 άτομα στις 17/9 στα Χανιά και 44 στις 22/9 στο Ρέθυμνο), τα οποία, λαμβάνοντας λίγο έως πολύ παρόμοια μεταχείριση, μεταφέρθηκαν εκτός νησιού με συνοπτικές διαδικασίες, με την πλειοψηφία των εκτοπισμένων να καταλήγει στην Κω.

Αυτά διαδραματίστηκαν στα πλαίσια των συμφερόντων μιας αδηφάγας τουριστικής βιομηχανίας που θεωρεί ότι τα συμφέροντά της πλήττονται από όσα συνεπάγεται η παρουσία προσφύγων στην Κρήτη και με κοινό παρονομαστή τη στάση των τοπικών αρχών και φορέων. Καθ’ όλη την περασμένη χρονιά δήμοι και περιφέρεια έφτιαχναν ένα ανθρωπιστικό προφίλ σχεδιάζοντας και υπογράφοντας, εν μέσω κορονών για την «κρητική φιλοξενία», την έναρξη προγράμματος φιλοξενίας σε σπίτια για αιτούντες άσυλο, χρηματοδοτούμενου από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες και την ΕΕ, το οποίο υποτίθεται πως λειτουργεί από την άνοιξη. Την περίοδο των αφίξεων του Σεπτεμβρίου από τη μία αδημονούσαν να ξεφορτωθούν το ενοχλητικό βάρος, ενώ από την άλλη εμφανίζονταν αδιάφοροι, δηλώνοντας κατά περίπτωση από αδυναμία παροχής κατάλληλου χώρου διαμονής για τους ανθρώπους μέχρι και αναρμόδιοι για το θέμα (δηλώσεις Τ. Βαμβούκα στην ερτ, 27/9). Έτσι πέτυχαν να εξασφαλίσουν ότι τον πρώτο λόγο στη διαχείριση των προσφύγων θα τον έχουν οι μπάτσοι και ικανοποίησαν τόσο τους ξενοδόχους, όσο και τους ρατσιστές ψηφοφόρους τους, ξεπλένοντας παράλληλα τα χέρια τους με ανθρωπιστικές κινήσεις, δικές τους ή άλλων εγχώριων φορέων.

Στο Ρέθυμνο, πριν ακριβώς ένα χρόνο, εκτεταμένα επεισόδια λάμβαναν χώρα έξω από το δημαρχείο (28/9/2016), ενώ μέσα περνούσε από το δημοτικό συμβούλιο το θέμα της φιλοξενίας προσφύγων. Τότε ο κόσμος του αγώνα και της αλληλεγγύης συγκρουόταν με μπάτσους και μία συμμαχία οργανωμένων φασιστών, οπαδών του Σώρρα, ανθρώπων της νύχτας και εθνοπατριωτών με συμφέροντα ντόπιων αφεντικών (ο γνωστός «Σ.Α.Ο.Ρ.», μέλη του οποίου φιγουράρουν τώρα ως συμμέτοχοι στην υπόθεση απαγωγής Λεμπιδάκη). Σήμερα, ο ίδιος κόσμος προσπάθησε, έξω από το λιμεναρχείο, να περισώσει κάτι από την ανθρώπινη αξιοπρέπεια που εξαφανίζουν η κρατική διαχείριση των προσφύγων και τα συμφέροντα μικρών και μεγάλων αφεντικών. Οι μπάτσοι και οι αρχές ενεργοποιήθηκαν με την έλευση των προσφύγων και ακολούθησαν, όπως σε κάθε παρόμοια περίπτωση, τον προδιαγεγραμμένο σχεδιασμό ως επιτηρητές και διαχειριστές ανθρώπινων ζωών. Ρατσιστές και φασίστες εμφανίστηκαν σποραδικά και μεμονωμένα για να ρίξουν μισαλλόδοξα βλέμματα ή να κάνουν χαμηλόφωνα ρατσιστικά σχόλια και η μεγαλύτερη μερίδα της κοινωνίας παρέμεινε απαθής, συνεχίζοντας την κανονικότητα της.

 

Και κάτι για το ανταγωνιστικό κίνημα

 

Τα περιστατικά που εξιστορήθηκαν παραπάνω, αποτελούν μόνο ένα μικρό τμήμα από την ιστορία ζωής 46 ανθρώπων, που ακολουθούν παρόμοιο δρόμο με χιλιάδες άλλους, και ταυτόχρονα ένα μικρό παράδειγμα των αδυναμιών και των αδιεξόδων, τα οποία αυτή τη στιγμή αντιμετωπίζει το κίνημα αλληλεγγύης σε ευρύτερη κλίμακα. Το μικρό παράδειγμα του Ρεθύμνου αναδεικνύει πόσο εύκολος είναι ο εγκλωβισμός στις γραφειοκρατικές διαδικασίες -που είναι σχεδιασμένες ώστε να μην οδηγούν πουθενά-, τις αγκυλώσεις και παγίδες που ενέχουν κάποιοι από τους δρόμους των αλληλέγγυων, καθώς και τα συμφέροντα -υλικά και πολιτικά- που παίζονται στις πλάτες των προσφύγων από την κυριαρχία. Αναδεικνύονται, επίσης, η σημασία της αλληλεγγύης που στηρίζει και δίνει δύναμη σε όσες και όσους τη δέχονται, η δυσαρέσκεια των οργάνων τάξης και εξουσίας απέναντι σε αυτά τα φαινόμενα, αλλά και τα όρια που ίσως να πρέπει η αλληλεγγύη να ξεπεράσει.

Όμως το πιο σημαντικό που αναδεικνύει το Ρέθυμνο και οφείλει να προβληματίσει το σύνολο του ανταγωνιστικού κινήματος, είναι η σιωπή του μεγαλύτερου κομματιού της κοινωνίας. Αυτή η σιωπή που μπορεί να σημαίνει τη σιωπηλή αποδοχή μιας κατάστασης, όπου οι μπάτσοι και το κράτος είναι αρμόδιοι για να καθορίσουν ποια ζωή αξίζει να βιωθεί και με ποιους όρους. Μιας κατάστασης όπου η απλή φυσική παρουσία κάποιων ανθρώπων σε συγκεκριμένο χώρο, χωρίς τα κατάλληλα μπλε χαρτιά στην τσέπη, σημαίνει ταυτόχρονα ότι αυτοί πρέπει να στερηθούν την ελευθερία τους και να αντιμετωπιστούν με στρατιωτικούς όρους.

 

«Ποιο κομμάτι του στρατοπεδικού κόσμου έχει πεθάνει και δεν θα επιστρέψει ξανά, όπως η δουλεία και ο κώδικας της μονομαχίας; ποιο έχει επιστρέψει ή επιστρέφει; Τι μπορούμε να πράξουμε ώστε σε αυτόν τον κόσμο όπου αφθονούν οι απειλές, τουλάχιστον αυτή η απειλή να ματαιωθεί;»

«Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν», Πρίμο Λέβι

 

Συντακτική Ομάδα Ρεθύμνου

Πηγές: