Ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική

Η Ευρωπαϊκή Ενεργειακή Στρατηγική (Ε.Ε.Σ.) για τη δεκαετία 2021-30 [1] διασυνδέεται με  στόχους για την καταπολέμηση της μεταβολής του κλίματος, που προκαλείται από τους εκπεμπόμενους αέριους ρύπους, όπως και την προηγούμενη δεκαετία[2]. Ο στόχος είναι η συνολική μείωσή τους κατά 45% σε σχέση με το 1990 (20% ήταν μέχρι το 2020, ο οποίος επετεύχθη). Ταυτόχρονα, συζητά τρόπους ώστε το μακρινό 2050 η μείωση να είναι πάνω από 90% και να καταλήγει σε μηδενικές εκπομπές.

Η στρατηγική αυτή σκοπεύει να εμποδίσει την (ανθρωπογενή) «κλιματική αλλαγή» – δεν έχει στόχο την αντιμετώπιση της βλάβης που προκαλεί στο συνολικό οικοσύστημα ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Αυτός ο στόχος επιτρέπει τον κατακερματισμό των περιβαλλοντικών αναγκών με αποτέλεσμα να γεννούνται αντιφάσεις. Ενδεικτικά, η πυρηνική ενέργεια, επειδή δεν παράγει σημαντικούς αέριους ρύπους, γίνεται «φιλική» για το περιβάλλον. Η αποψίλωση των δασών και η καταστροφή τόπων και προστατευόμενων περιοχών, οι εξορύξεις φυσικού αερίου, οι αγωγοί μεταφοράς και οι πόλεμοι που τους συνοδεύουν αποτελούν «παράπλευρες» απώλειες ή αναγκαία «ευλογημένα» μέσα στον υπέρτατο στόχο της σωτηρίας του κλίματος – αλλά όχι του περιβάλλοντος και των ανθρώπων.

Η στρατηγική αυτή είναι σημαντική όχι μόνο για τον κοινωνικά χρήσιμο στόχο της (μείωση των αερίων ρύπων) αλλά, κυρίως, επειδή συνδέει την επίτευξη αυτού του στόχου με συγκεκριμένες πολιτικές μετασχηματισμού του τρόπου παραγωγής και αναπαραγωγής των ευρωπαϊκών κοινωνιών, και τη μεταβολή του πεδίου των κοινωνικών συγκρούσεων, που λαμβάνουν χώρα σήμερα (παράδειγμα καθ ημάς το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα – ΕΣΕΚ), ανεξάρτητα από το τι προβλέπει για το μακρινό και αβέβαιο 2050. Ένα δείγμα είναι τα «κίτρινα γιλέκα» – θα λέγαμε το «πρώτο» αν ξεχνάγαμε την πτώση της κυβέρνησης στη Βουλγαρία το 2013 από τις μεγάλες διαδηλώσεις ενάντια στις  υπέρογκες τιμές του ιδιωτικοποιημένου ηλεκτρικού ρεύματος.

Η Ε.Ε.Σ. για την επίτευξη του στόχου της χρησιμοποιεί ως μέσο πολιτικές μετασχηματισμού μίας σειράς διαδικασιών παραγωγής (πραγμάτων ή υπηρεσιών), ως προς την πρώτη ύλη ενέργειας, τις προδιαγραφές των προϊόντων, την οργάνωσή τους και τη χρηματοδότησή τους.

Ο άνθρακας περιορίζεται συνεχώς (για τη βόρειο Ελλάδα αυτό σημαίνει από ανεργία έως προβλήματα με την τηλεθέρμανση) , η βενζίνη, επίσης, και σε μικρότερο βαθμό το πετρέλαιο. Αντίθετα, το φυσικό αέριο θα διατηρήσει τη σημασία του ως πηγή πρώτης ύλης, τουλάχιστον μέχρι το 2030. Καθώς το φυσικό αέριο στην Ε.Ε. εισάγεται σε μεγάλο βαθμό από τη Ρωσία αναπτύσσονται πολιτικές διαφοροποίησης των εισαγωγών φυσικού αερίου. Αυτή είναι η βάση για την τοποθέτηση κεφαλαίων στις γεωτρήσεις για φυσικό αέριο στον ελλαδικό χώρο, τους αγωγούς και τους σταθμούς LNG (υγροποιημένου φυσικού αερίου), αν και ο ορίζοντας χρήσης τους στενεύει πολύ μετά το 2030. Θα αυξηθεί η χρήση συνθετικών καυσίμων ενώ η πυρηνική ενέργεια θα συνεχίσει να έχει μερίδιο.

Πηγές ενέργειας όπως το νερό (υδροηλεκτρικά) θα διατηρήσουν τη σημασία τους ενώ ηλιακή ακτινοβολία και άνεμοι θα αποτελέσουν προνομιακό πεδίο πηγών ενεργειακών πρώτων υλών. Στόχος της Ε.Ε.Σ. είναι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας να αποτελούν το 80% του συνόλου. Η γεωθερμία έχει και αυτή ένα αυξημένο μεν, αλλά περιορισμένο ρόλο. Για τα βιοκαύσιμα προβλέπεται αυξημένη χρήση και αυτό συνδέεται με αλλαγές στις χρήσεις γης, τον κίνδυνο αύξησης της τιμής των τροφίμων, την αποψίλωση των δασών και τη μεγάλη κατανάλωση νερού που απαιτείται. Το ίδιο και για τις μπαταρίες – με ό,τι συνεπάγεται για τον έλεγχο των πρώτων υλών στις διάφορες περιοχές που έχουν ορυχεία.

Τα κτίρια θα πρέπει να γίνουν ενεργειακά αποδοτικά, ώστε να απαιτείται λιγότερη ενέργεια για την θέρμανση ή ψύξη τους. Μία σειρά νόμων, φόρων και τελών θα απαξιώνει σταδιακά το υπάρχον κτιριακό απόθεμα και θα κατευθύνει τους ιδιοκτήτες των παλιών κατοικιών να αναλάβουν τα απαραίτητα κόστη μετατροπής. Επίσης αυτή η πολιτική ανοίγει ένα νέο πεδίο κερδοφορίας για κεφάλαια στις κατασκευές και τις τράπεζες, οδηγεί σε νέες ειδικεύσεις εργαζόμενων και αυξάνει το κόστος κατοικίας για τους μισθωτούς.

Η μετακίνηση θα πρέπει επίσης να αλλάξει. Θα πρέπει να μειωθεί (προτάσεις για διόδια στις πόλεις, μετακίνηση με ποδήλατα, ακριβά εισιτήρια), να μειωθούν τα βενζινοκίνητα οχήματα (με τέλη κυκλοφορίας και άλλες απαγορεύσεις), θα αναπτυχθεί η έμμεση χρηματοδότηση των κατασκευαστών αυτοκινήτων για νέα,  κυρίως υβριδικά, ενώ προβλέπεται  η αλλαγή των καυσίμων που χρησιμοποιούν τα αεροπλάνα και τα πλοία.

Και τα δύο προηγούμενα, κτίρια και μετακίνηση, αποτελούν τομείς που η χρηματοδότηση του μετασχηματισμού θα προέλθει κυρίως από όσους διαμένουν και όσους μετακινούνται. Φυσικά δεν προβλέπεται καμία πολιτική για δωρεάν κοινωνικά μέσα μεταφοράς (το πιο κατάλληλο μέσο για τη μείωση των ρύπων στις μεταφορές), ούτε για προγράμματα ενίσχυσης της τοπικής παραγωγής που μειώνει την ανάγκη μεταφορών, ούτε για προγράμματα κοινωνικής κατοικίας.

Τα πεδία εφαρμογής δεν εξαντλούνται εδώ: περιλαμβάνουν την αγροτική παραγωγή, τη βιομηχανία και φτάνουν σε σημαντικό επίπεδο λεπτομέρειας των εφαρμογών κοινωνικής μηχανικής: για παράδειγμα, προτάσεις για μείωση της κατανάλωσης και επομένως παραγωγής κόκκινου κρέατος καθώς εκλύονται μεγάλες ποσότητες μεθανίου.

Η Ε.Ε.Σ. προβλέπει εκτεταμένες αλλαγές στον τομέα παραγωγής, μεταφοράς και διανομής του ηλεκτρισμού, με κύριο άξονα την αυξημένη σημασία του ιδιωτικού κεφαλαίου. Το κύριο πρόβλημα που αντιμετωπίζει είναι η διάθεση των καπιταλιστών για επένδυση, η οποία εξαρτάται από την προεξόφληση μελλοντικών κερδών, δηλαδή από τις μελλοντικές τιμές διάθεσης του προϊόντος και από το θεσμικό πλαίσιο.

Και τα δύο στοιχεία αποτελούν πηγές διακινδύνευσης για το κεφάλαιο. Οι τιμές δεν αντανακλούν τα νέα κόστη. Το θεσμικό πλαίσιο δεν εξασφαλίζει ότι οι επενδύσεις θα λειτουργούν μέχρι να αποσβεστούν – μία αλλαγή στο θεσμικό πλαίσιο, ή η μη-δυνατότητα παροχής του παραγόμενου προϊόντος συνιστούν ανασταλτικές πηγές αβεβαιότητας, την οποία εν μέρει μόνο απαλύνουν πολιτικές πληρωμής μονάδων παραγωγής ρεύματος ακόμη και αν δεν λειτουργούν, ως μονάδες εφεδρείας του συστήματος ή τα διάφορα χρηματιστηριακά προϊόντα που αναπτύσσονται ραγδαία. Γι’ αυτούς τους λόγους οι απαιτούμενες επενδύσεις για την επίτευξη της Ε.Ε.Σ δεν είναι εξασφαλισμένες παρά την ευρωπαϊκή κρατική χρηματοδότηση και επιδοτήσεις.

Για τη μεταφορά και διανομή του ηλεκτρικού ρεύματος το σχέδιο είναι ένα οιονεί πανευρωπαϊκό δίκτυο (με συμμετοχή κρατών της Μέσης. Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής) με σημαντική αύξηση της υπάρχουσας διασύνδεσης μεταξύ των κρατών (δηλαδή αύξησης των εισαγωγών-εξαγωγών ηλεκτρικού ρεύματος). Αυτό σημαίνει επιπρόσθετες επενδύσεις, επομένως επιπρόσθετα προβλήματα χρηματοδότησης και μεγαλύτερα προβλήματα συντονισμού στην εξισορρόπηση ζήτησης και παροχής ηλεκτρικού ρεύματος.

Γενικά, η πρόβλεψη είναι να πληρώσουν την ενεργειακή μετάβαση οι καταναλωτές είτε μέσω (αυξημένων) τιμών, είτε μέσω τελών, είτε μέσω ανάληψης του κόστους μετασκευής, αγοράς συσκευών κ.λπ. και σε κάθε περίπτωση μέσω απώλειας κοινωνικής ισχύος που θα εκχωρηθεί στο «σωτήριο» κεφάλαιο. Για παράδειγμα, για την ελληνική επικράτεια προβλέπεται διπλασιασμός της τιμής (σε σημερινούς όρους) του ρεύματος μέχρι το 2030. Η χρηματοδότηση του μετασχηματισμού (μαζί με σπίτια και μεταφορές)  εκτιμάται ότι απαιτεί περίπου 400 δις. ευρώ κάθε έτος μέχρι το 2030 (αυτά αποτελούν περίπου το 11% της τρέχουσας ακαθάριστης επένδυσης σε πάγιο κεφάλαιο στην Ε.Ε., σχεδόν 900 ευρώ το χρόνο ανά κάτοικο της Ε.Ε. χωρίς να υπολογίσουμε το κόστος χρήσης)[3].

Ο κίνδυνος για τμήμα του πληθυσμού να περιέλθει σε «ενεργειακή φτώχεια», να μην έχει κάποια/ος τα χρήματα για να πληρώσει ένα «ανεκτό» επίπεδο κατανάλωσης ενέργειας είτε ηλεκτρικής είτε θερμαντικής, αναγνωρίζεται ως υπαρκτός μεν αλλά δεν έχουν αναπτυχθεί ακόμη οι απαιτούμενες πολιτικές αντιμετώπισής του. Όπως είναι φυσικό η πρόσβαση σε κατοικία, θέρμανση και ηλεκτρική ενέργεια δεν συζητείται ως βασικό ανθρώπινο δικαίωμα ούτε εξερευνώνται συλλογικές κοινωνικές λύσεις γι’ αυτά.

Θα μπορούσε να υπάρχει άλλος τρόπος μείωσης των εκπομπών αερίων ρύπων, με άλλη σειρά, με άλλο μίγμα πρώτων υλών; Εδώ η καπιταλιστική εξουσία κρύβει τις επιλογές της πίσω από ένα φυσικοποιημένο πέπλο. Δεν αποτελεί επιλογή το πώς θα επιτευχθούν περιβαλλοντικοί στόχοι: Είναι η τεχνολογία που αποφασίζει. Όταν αμφισβητείς το «πώς», κατηγορείσαι ότι χαλάς το σχέδιο για το «τι», ως συντεχνία  ενάντια στο στόχο «σωτηρίας».  Εδώ,  επίσης, ολοκληρώνεται η αντιστροφή σκοπών και μέσων: Καθώς το μέσο για τη «σωτηρία» είναι οι επενδύσεις του ιδιωτικού  κεφαλαίου, απαιτείται το έργο της σωτηρίας να είναι κερδοφόρο. Σκιές στο προσδοκώμενο κέρδος κάνουν τον «σωτήρα-κεφάλαιο» απρόθυμο να συνδράμει. Επομένως, το κέρδος από τη «σωτηρία», εκτός από πρώτο κινούν γίνεται και τελικός σκοπός ή με άλλα λόγια η «σωτηρία» είναι απλά το παραπροϊόν της προσδοκώμενης κερδοφορίας που εγγυάται τις επενδύσεις. Ο σκοπός αποτροπής της κλιματικής αλλαγής καταλήγει απλά μέσο για τον υπέρτατο στόχο του κεφαλαίου, το κέρδος. Καταλήγει απλά ως ένας λόγος που δεσμεύει το κοινωνικό φαντασιακό στην εξίσωση «περιβάλλον» = «κλιματική αλλαγή» και αποτελεί βάση οικοδόμησης της συναίνεσης προς την πολιτική εξουσία ως προς τα μέσα που θα χρησιμοποιηθούν για τη «σωτηρία». Το κράτος απλά φροντίζει με τα ΜΜΕ ή τα ΜΑΤ να συμμορφώσει όσους ξεφεύγουν από την νέα πειθαρχία.

 Σε ποιο μέλλον μας καλούνε: σε ένα παρελθόν. Να δουλεύεις περισσότερο, με λιγότερο μισθό, χωρίς να αντιμιλάς για να σωθεί η «οικονομία» (ειδικά αν δουλεύεις και τις Κυριακές σώζεται περισσότερο η κερδοφορία) και να πληρώνεις ακριβότερα τη μετακίνησή σου, το νοίκι, το ρεύμα, τη θέρμανση κ.ο.κ για να σωθεί το «περιβάλλον» – δηλαδή για να επιδοτηθούν από εσένα οι νέοι «σωτήρες», που θα θησαυρίζουν «σώζοντας» το περιβάλλον. Ένα νέο Ελντοράντο, αρκεί να πληρώνουμε και να σιωπούμε για να το εξερευνήσουν. Άλλωστε η φτώχεια είναι πιο φρόνιμη αν νιώθει ότι φταίει είτε για την οικονομία, είτε για το περιβάλλον, είτε για την φτώχεια της.

Για την συν-ραφή: 1525 – Omnia Sunt Communia


[1]and-energy-union/clean-energy-all-europeans. Από κείμενα που βρίσκονται εδώ αντλούμε επίσης τα στοιχεία που αναφέρουμε στο άρθρο.

[2]   https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=CELEX%3A52007DC0001

[3]   https://www.eib.org/en/publications/eib-energy-lending-policy, σελίδα 10.