John Cage. Η “Αναρχία” της σιωπής.

“Είμαι εδώ, και δεν έχω τίποτα να πω. Αν υπάρχει κάποιος που επιθυμεί να καταλήξει κάπου, μπορεί να αποχωρήσει. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι η σιωπή, αλλά αυτό που απαιτεί η σιωπή είναι να συνεχίσω να μιλάω.” (J.Cage, Διάλεξη για το τίποτα)

Ανάμεσα σε έναν πολιτικό ίσως ιδεαλισμό και κάποια κυβική εξιστόρηση εγγενούς ναρκισσισμού και πιστευτής ορθότητας γεγονότων, κρέμονται τα σμιλευμένα ως πολιτικά όντα έργα τέχνης, αρνούμενα την πολίτικη τους φύση ως εξωτερικό ή συμβολικό χαρακτηρισμό.

Η τέχνη είναι πάντα πολύπλευρη και, όπως και η φιλοσοφία, ορίζεται από έναν δυϊσμό. Η ύπαρξή της στον κόσμο του φανταστικού και συγχρόνως στον φυσικό κόσμο αποτελούν την εσωτερική της διαμάχη που όμως διαφυλάσσει την αυτονομία της.

Ο κόσμος της φαντασίας και των ιδεών παίρνει μορφή με την τέχνη στον υλικό κόσμο. Αυτή η μορφή, το «φαίνεσθε» δηλαδή, διακατέχεται πάντα από μία αισθητική και βασικό της εργαλείο είναι η ψευδαίσθηση. Η ψευδαίσθηση θα χρησιμοποιηθεί για να αποδώσει το άλλο στοιχείο της, το γνωστικό κομμάτι για τον φυσικό κόσμο. Την εσώτερη αλήθεια που θα εκφραστεί για τον κόσμο, την φύση, την κοινωνία, τους ανθρώπους.

Η πολιτική διάσταση της τέχνης λοιπόν βρίσκεται στον πυρήνα της, όταν διακατέχεται από όλα της τα στοιχεία και φανερώνεται μέσα στην κοινωνία.

Η Αναρχία της σιωπής

Η μουσική, είπε ο John Cage, είναι ένα “άσκοπο παιχνίδι”, το οποίο αποτελεί μια “επιβεβαίωση της ζωής – όχι μια προσπάθεια για να φέρει τάξη στο χάος, ούτε να προτείνει διορθώσεις στη δημιουργία, αλλά απλά ένας τρόπος να ξυπνήσεις σε ακριβώς αυτήν τη ζωή που ζούμε.”

Με αυτόν τον τρόπο έβαλε τη θεμέλιο λίθο για τη μουσική έκφραση μέσα στην ιδέα του «τα πάντα ρεί – και τίποτα δεν μένει». Την έκφραση και την απόλαυση του εφήμερου της ζωής, του κάθε εδώ και του κάθε τώρα, χωρίς να χρειάζεται αυτό να στυλιζαριστεί ή να αποστειρωθεί από το περιβάλλον στο οποίο δημιουργήθηκε. Την αποδοχή ότι το τριγύρω αποτελεί μέρος του έργου και όχι σύνορό του.

Για τον Cage η μουσική είναι ενιαία. Οι οργανωμένοι ήχοι, οι θόρυβοι και η σιωπή συμμετέχουν ισότιμα σε αυτό το παιχνίδι. «Μουσική χωρίς συγκεκριμένα μέρη, χωρίς σταθερή σχέση μεταξύ τους (χωρίς παρτιτούρα). Μουσική χωρίς σημειογραφία. Οι παραστάσεις μας δεν διευθύνονται. Χρησιμοποιούμε αυτόν το χρόνο για να εξασφαλίσουμε όλα όσα χρειάζεται ο κάθε μουσικός και την καλή λειτουργία όλων. Αυτό μπορούν να το κάνουν οι μουσικοί χωρίς να διοικούνται…Δημιουργώντας μουσικές καταστάσεις ανάλογες με τις επιθυμητές κοινωνικές συνθήκες τις οποίες δεν έχουμε ακόμη, κάνουμε μουσική που υποδηλώνει και σχετίζεται με σοβαρά ερωτήματα της ανθρωπότητας».

Η απροσδιοριστία (indeterminacy) αυτού του παιχνιδιού, η έλλειψη κάθε κανόνα και η αποδόμηση μιας παγιωμένης νόρμας, είναι αυτά που κάνουν αδύνατη την ένταξη αυτής της μουσικής στο ορισμένο. Η αποδοχή του τυχαίου -δηλαδή του ρέοντος παρόντος- γίνεται αυτούσιο μέσο έκφρασης.

Ο αλεατορισμός (=μουσική του τυχαίου) του Cage είναι το να περιλαμβάνεις μέσα στην έκφραση τους μυριάδες εσωτερικούς και εξωτερικούς παράγοντες, οι οποίοι, όταν αφεθούν ελεύθεροι, συνδιαμορφώνουν το τελικό αποτέλεσμα. Το τυχαίο εξάλλου, σύμφωνα με τον Cournot, δεν είναι παρά «η τομή δύο ανεξάρτητων αιτιατών αλληλουχιών». Περιλαμβάνοντας αυτές τις τομές μέσα στη δημιουργία, ο Cage δέχεται ότι αυτή η ολότητα αποτελεί μέσα στον χρόνο την ίδια τη δημιουργία, χωρίς να χρειάζεται καν κορνίζωμα.

Ο John Cage είπε «είμαι αναρχικός», και αυτή του η θέση είναι που έδωσε τη δυνατότητα δημιουργίας των ήχων που ακολούθησαν, χωρίς να χρειαστεί να τους ορίσει. Δεν κάθισε μαέστρος μπροστά απ’ τους μουσικούς. Δεν θέλησε. Δεν έγραψε παρτιτούρες οι οποίες καθορίζουν ρομποτικά τις κινήσεις του σώματος. Δεν έφτιαξε πλαίσια στα οποία έπρεπε να προσαρμοστούν και τέλος να υποταχθούν. Έσκαψε απλώς το ηχητικό χωράφι του αυτοπροσδιορισμού και της αυτοδιαχείρισης, έτοιμο να καλλιεργηθεί από οποιονδήποτε θελήσει να εκφραστεί με αυτό. Και για αποφυγή της οδού της αναπαραγωγής του ήδη γνωστού και επιφανειακού μοτίβου που κυριαρχεί, έβαλε μονάχα μια παγίδα… Η δυσκολία θα εξασφαλίσει το αποτέλεσμα. Μονάχα με κόπο θα δεις καρπούς.

Ο θόρυβος που ξεσήκωσε η σιωπή

Το 1952, στο Maverick Concert Hall, μπροστά σε ένα κοινό που υποτίθεται στηρίζει την σύγχρονη τέχνη, αλλά σε μια συναυλιακή αίθουσα αποστειρωμένη και καθορισμένη κοινωνικά, όπου συνήθως ακούγονται οι πλέον αποδεκτές μουσικές ανωτάτου επιπέδου, ανάλογα με το στάτους της εκάστοτε καλής κοινωνίας, όπου ο κάθε νέος μουσικός μαθαίνει πως εκεί ζει η ποιότητα και αυτήν πρέπει να φτάσει -και δυστυχώς λίγοι φτάνουν στην αμφισβήτηση αυτού του αξιώματος- ο John Cage παρουσίασε ίσως το πιο γνωστό πλέον έργο του, το 4’33’’. Το κομμάτι διαρκεί 4 λεπτά και 33 δευτερόλεπτα, κατά τα οποία κανένας μουσικός δεν εκτελεί κάποιον ήχο με το όργανό του. 4’και 3’’ σιωπής.

Η πρώτη αντίδραση των θεατών ήταν ότι “μας κοροϊδεύουν”. Πολλοί έφυγαν από την αίθουσα. Η δεύτερη αντίδραση ήρθε από τη γνωστή φάρα των ελίτ μουσικοκριτικών, που προφανώς έπρεπε να δικαιολογήσουν αυτή την εμφάνιση και να της δώσουν κύρος, εφόσον παρουσιάστηκε σε έναν τέτοιο χώρο. Η ερμηνεία ήταν ότι ο Cage επαναπροσδιόρισε την μουσική. Από τη σιωπή ως τον οποιοδήποτε ήχο, όταν εκφράζεσαι με αυτό, αυτό είναι μουσική. Αυτό που μάλλον κανείς τους δεν πρόσεξε -ή μάλλον δεν άκουσε- ήταν οι άπειροι ήχοι που πλαισίωναν αυτά τα 4’ και 33’’.

Η σιωπή, είπε τότε ο Cage, –η απολυτή σιωπή– δεν υφίσταται σε αυτόν τον κόσμο. Ακόμα και σε ένα ηχομονωμένο δωμάτιο απόλυτης απορροφητικότητας των επιφανειών και καμίας ηχητικής δραστηριότητας, ο άνθρωπος θα καταλήξει να ακούει κάτι, έστω κι αν αυτό είναι οι παλμοί της καρδιάς του.

Ο μουσικός ο οποίος διαλέγει να εκφραστεί με τη σύνθεση χωρίς να αποκόψει τους όποιους ήχους μπορεί να προκύψουν, είτε είναι οι ήχοι του περιβάλλοντος, του ελεύθερου «αποσχεδιασμού» ή της αποδόμησης του ήχου, συνεχίζει να εκφράζεται μουσικά, παραθέτοντας το είναι των ιδεών του -χωρίς αναστολές περί αποδοχής- όπως ο ίδιος τις νιώθει. Και αυτή είναι η εσώτερη αλήθεια του κάθε έργου τέχνης που κάνει τόσο συχνά την τέχνη να μας αφορά τόσο νοητικά όσο και συναισθηματικά.

Είναι δυστύχημα της εποχής μας (μία τομή ίσως κι αυτή ανεξάρτητων αιτιατών αλληλουχιών, αν θέλετε) το γεγονός ότι «καλός» και αποδεκτός ήχος, κατά την πλειοψηφία των μουσικών παρουσιάσεων, θεωρείται ο ήχος που θα αποκοπεί από το χώρο στον οποίο δημιουργήθηκε, για να τοποθετηθεί αργότερα σε έναν πλασματικό χώρο με χειρουργική ακρίβεια από ειδικούς, οι οποίοι επιμένουν ότι αυτός είναι ο σωστός τρόπος οικοδόμησης ενός μουσικού έργου… Πετσοκομένος και ακρωτηριασμένος πια, ο ήχος, σίγουρα πολύ πιο εύπεπτος και αναπαραγωγίσιμος, καλείται να διαμορφώσει την αισθητική μιας εποχής με πληθώρα προϊόντων σίγουρης κατανάλωσης.

Το 1962,εμφανίζεται ένα δεύτερο έργο μετά το 4’33’’, το 0’00’’, με την υπόδειξη «σόλο για να ερμηνευτεί με οποιονδήποτε τρόπο, από τον οποιονδήποτε», προσπαθώντας για μια ακόμη φορά να αφήσει τη δημιουργία ελεύθερη από νόρμες, καθώς για τον Cage «μουσική είναι τα πάντα». Το 1972 παρουσιάζει το Μουσικό Τσίρκο (Musicircus) προσπαθώντας να αποδώσει την αναρχική κοινωνία όπως τη φαντάζονταν μέσα από ένα έργο όπου δεν υπάρχουν ακροατές. Ένας χώρος, όπου όποιος εισέλθει σε αυτόν, ό,τι και να κάνει, θα αποτελέσει μέρος αυτού του έργου.

Γιατί η αναρχία της σιωπής είναι οι ήχοι που μας εκφράζουν στο κάθε μας τώρα.

Λίγα βιογραφικά

Ο John Cage (1912-1992) ήταν πειραματιστής συνθέτης και θεωρητικός της μουσικής, φιλόσοφος, ποιητής, εικαστικός, χαράκτης και ερασιτέχνης μελετητής, και συλλέκτης μανιταριών. Υπήρξε εκφραστής της avant-garde και πρωτεργάτης της αντισυμβατικής χρήσης μουσικών οργάνων (προετοιμασμένο πιάνο κ.ά.), της ηλεκτρονικής μουσικής και του αλεατορισμού (μουσική του τυχαίου).

Άκομψος επίλογος

«Λένε πως οι συνθέτες έχουν μουσικό αυτί, που γενικώς σημαίνει πως οτιδήποτε παρουσιάζεται στα αυτιά τους, αυτοί δεν μπορούν να το ακούσουν. Τα αυτιά τους έχουν τοίχους από τους ήχους της φαντασίας τους».

Eretmo