Λίγα λόγια σχετικά με τον πρόσφατο αγώνα και την απεργία πείνας του Σπ. Χριστοδούλου

Ο Σπύρος Χριστοδούλου είναι κρατούμενος στη φυλακή της Λάρισας εκτίοντας ποινές που υπολείπονταν όταν παραβίασε άδεια από την φυλακή που βρισκόταν το 2007 περνώντας στην παρανομία. Μετά από 7 χρόνια κυνηγημένος συνελήφθη το 2015. Κατά την τελευταία περίοδο εγκλεισμού του, τα τελευταία 4 χρόνια δηλαδή, έχει έρθει αντιμέτωπος με καινούργιες διώξεις και με βάση τον αντιτρομοκρατικό νόμο αυτή τη φορά σε μια προσπάθεια του κράτους να παρατείνει με νύχια και με δόντια την ομηρία του συντρόφου στα μπουντρούμια της δημοκρατίας.

Η δημοκρατία εκδικείται με νομοθετήματα,πρόστιμα, μεταρρυθμίσεις και φυσικά με σωφρονισμό όσους αμφισβητούν την κυριαρχία της. Εκφράζει την εκδικητικότητα της και τιμωρεί με ποικίλα μέσα. Μέσω της 4ης εξουσίας μπορεί να λοιδορεί κοινωνικούς αγωνιστές, της 3ης εξουσίας να τους στερεί την ελευθερία και πάντα διαθέτει τους ένστολους φρουρούς να επαναφέρουν στην τάξη τους κοινωνικά ανυπάκουους, ακόμα και με σφαίρες.

Στη πορεία της ζωής του ο Σπύρος έχει έρθει αντιμέτωπος με τα περισσότερα εργαλεία επιβολής της νομιμότητας και του κοινωνικού ελέγχου στα σώματα μας. Αυτό δεν έχει να κάνει με κάποια θυματοποίηση αλλά με την ουσία του status quo που βιώνουμε όλοι και λέει ότι »η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα». Η εξουσιαστική αυτή επιλογή ψάχνει να επιβεβαιωθεί σε αντιστοίχιση με την αμφισβήτηση που δέχεται. Ο Σπύρος λοιπόν γνώρισε από μικρή ηλικία την στέρηση της ελευθερίας. Έχει εκτίσει πάνω από 18 χρόνια σε όλων των τύπων τα καταστήματα κράτησης (πειθαρχικές,δικαστικές φυλακές κτλ.), έχει κυνηγηθεί από τους μπάτσους ανελέητα στην προσπάθεια του να παραμείνει ελεύθερος και έχει δεχθεί 8 σφαίρες πισώπλατα στα διόδια των Αφιδνών γιατί αρνήθηκε να παραδοθεί στους διώκτες του.

Η κοινή γνώμη τον έχει μάθει, μέσα από τον καθεστωτικό τύπο και τις διαρροές των μπάτσων, ως επικίνδυνο εγκληματία, ληστή τραπεζών, συνεργό του Β. Παλαιοκώστα και πιο πρόσφατα ως χρηματοδότη και μέλος της Ε.Ο. Επαναστατικός Αγώνας. Αυτά είναι το κοινωνικό προφίλ που χτίζουν δεκαετίες εις βάρος του Σ. Χριστοδούλου οι διωκτικές αρχές. Παράλληλα με το επικοινωνιακό κομμάτι που προτρέπει την κοινωνία να καταδίδει, να φοβάται και να καταδικάζει διαδρομές ζωής και επιλογές αγώνα (όπως είναι η φυγοδικία και η απαλλοτρίωση τράπεζας) συντελείται στην περίπτωση του τα τελευταία, σχεδόν, 30 χρόνια η νομική αντιπαράθεση του κράτους μαζί του κάθε φορά ανάλογα την θέση μάχης που έχει ο ίδιος. Ένταλμα-καταδίωξη-σύλληψη, καταδίκη-φυλάκιση-πειθαρχικά-μεταγωγές, νέες διώξεις-βαρύτερα κατηγορητήρια-συρραφή υποθέσεων-αντιτρομοκρατική νομοθεσία είναι διάφορα από τα νομικά μέσα που χρησιμοποιούν το δημοκρατικό κράτος και το κεφάλαιο ενάντια σε όποιον αμφισβητεί την κυριαρχία τους. Μέσα από τέτοιες φόρμουλες η δημοκρατία ,με τους πάμπολλους μηχανισμούς της, μπορεί να αυτοεπιβεβαιώνει τον ρόλο του ρυθμιστή της κοινωνικής δικαιοσύνης. Ταυτόχρονα προσπαθεί να παραδειγματίσει όσους και όσες επεξεργάζονται την ιδέα να αμφισβητήσουν το μονοπώλιο της κρατικής βίας και να ζήσουν την ζωή τους ορίζοντας οι ίδιοι το κοινωνικά δίκαιο.

Οι αναρχικοί στη σκέψη και στην πράξη πορεύονται έχοντας αυτόν τον απελευθερωτικό ορίζοντα και σε μια τέτοια διαδρομή συναντώνται οι ανυπότακτοι, οι παραβατικοί, οι εξεγερμένοι, οι αρνητές εργασίας, οι παράνομοι. Μπλέκονται τα μονοπάτια και οι «ταυτότητες» που έχουν κάθε φορά. Όπως άλλωστε αλλάζουν και οι προσδιορισμοί που δίνει ιστορικά ο έννομη τάξη, στους αμφισβητίες της.

Αντικοινωνικοί, κακοποιοί, άνομοι, μπαχαλάκηδες, εσωτερικός εχθρός και φυσικά η ίδια η λέξη «αναρχία» προσδιόριζε και εν μέρη προσδιορίζει το πολιτικό κενό και την κοινωνική αποσταθεροποίηση πάντα με το χρωματισμό που δίνει ο ισχυρός. Στη διαδρομή ελευθερίας, λοιπόν, που βαδίζει ο καθένας και η καθεμία από το δικό του μετερίζι μέσα από νοητές και φυσικές συναντήσεις γίνονται εκατέρωθεν ζυμώσεις, ενίοτε υπάρχει αλληλοβοήθεια και συνωμοτικότητα και σε κάποιες περιπτώσεις αναπτύσσεται η αμφίδρομη σχέση της αλληλεγγύης.

Στην διαδρομή του ο Σπύρος μέσα και έξω από τη φυλακή ήρθε σε επαφή και με αναρχικούς. Συγκρατούμενοι, συγκατηγορούμενοι και αλληλέγγυοι αναρχικοί στην αξιοπρεπή του στάση έχουν προσφέρει, ερεθίσματα για την συνέχιση και την θωράκιση των αγώνων που έδωσε και δίνει. Η μεγαλύτερη πλειοψηφία του αναρχικού χώρου τον έμαθε μέσα από τον πιο πρόσφατο αγώνα που διεξήχθη από τα μέσα Γενάρη, βάζοντας ανάχωμα το σώμα του διεκδικώντας να σταματήσει η ποινική εξόντωση του.

Για την ακρίβεια το αίτημα της απεργίας πείνας που κράτησε 48 μέρες (μέρα που ο σύντροφος εισήχθη στο πανεπιστημιακό νοσοκομείο της Λάρισας και έπειτα για τρεις μέρες είχε αποκλειστεί κάθε επικοινωνία με δικηγόρους και αλληλέγγυους) ήταν ο καθορισμός συνολικής ποινής μέσω της συγχώνευσης των ποινών του. Αυτή η διαδικασία αφορά δικαιωματικά όλους τους κρατούμενους στις ελληνικές φυλακές. Πρόκειται για ένα διεκπεραιωτικό ζήτημα που πολλές φορές εκτελείται ακόμα και αυτεπάγγελτα από την δικαιοσύνη.

Η πρώτη αίτηση του Σπύρου να ασκήσει αυτό του το δικαίωμα ως κρατούμενος, να κάνει ρύθμιση των ποινών του, προκάλεσε την εμπλοκή στην υπόθεση του μιας κλίκας εφετών που δραστηριοποιείται μέσα στο εφετείο Αθηνών και πρωταγωνιστεί σε μεθοδεύσεις κατά αναρχικών. Επικεφαλής αυτής της δικαστικής μαφίας φαίνεται να είναι ο εισαγγελέας εφετών Περικλής Δράκος, γνώριμος στον αναρχικό χώρο για την εμπλοκή του στην δίωξη του αναρχικού-κομμουνιστή Τ. Θεοφίλου, ασκώντας έφεση από την πλευρά της έδρας στην πρωτόδικη καταδικαστική απόφαση εις βάρος του συντρόφου. Ελπίζοντας έτσι σε βαρύτερη ποινή σε 2ο βαθμό. Επίσης στις πάμπολλες διώξεις εις βάρος της συντρόφισσας Πόλας Ρούπα , μέλος της Ε.Ο Επαναστατικός Αγώνας, είναι ο εισαγγελέας που πρότεινε Ισόβια για την έκρηξη στην τράπεζα της Ελλάδος. Τον συναντάμε ακόμα και στην έρευνα για την »αυτοκτονία» του αναρχικού Χριστόφορου Μαρίνου το 96′ ,ως αντεισαγγελέας πλημμελειοδικών Πειραιώς τότε που έχτιζε το προφίλ του διώκτη αγωνιστών. Στην περίπτωση του Σ. Χριστοδούλου ο τρόπος που κινήθηκε ο εν λόγω δικαστικός λειτουργός ήταν να στείλει παράτυπα την αίτηση του στην εισαγγελία Ευβοίας , επικαλούμενος αναρμοδιότητα, και προτείνοντας την έκτιση των υπολειπόμενων ποινών αθροιστικά.

Μετά την μεθόδευση του εισαγγελέα Δράκου τον Δεκέμβρη του 18′ , ο σύντροφος αποφάσισε να προβεί σε απεργία πείνας από τις 14/1/19 βλέποντας καθαρά ότι η επίθεση που συντελείται εις βάρος του με όλα τα νομικά και φαινομενικά νομότυπα προσχήματα αποσκοπεί στο να απομακρύνει ακόμα περισσότερο την προοπτική απελευθέρωσης του. Μέσω της απεργίας πείνας και των κινήσεων αλληλεγγύης που έγιναν σε πολλές πόλεις της χώρας η δικαστική μαφία αναδιπλώθηκε κερδίζοντας όμως παράλληλα χρόνο εις βάρος της υγείας του συντρόφου. Ακολούθησαν ως φυσικοί εκφραστές της κυριαρχίας οι εισαγγελείς εφετών Τζώνης, Βλάχου, Δεληστάθη δηλώντας με τη σειρά τους άλλοτε αναρμόδιοι και άλλοτε αρμόδιοι ανάλογα με την συνθήκη που εξυπηρετούσε κάθε φορά την καταστολή για να καταλήξει αυτή η δημοκρατική διαδικασία στα χέρια της εφέτη Αθηνών, Τσάμη που έπειτα από 48 μέρες απεργίας πείνας απέρριψε την αίτηση συγχώνευσης των ποινών του συντρόφου. Όσο γράφεται το άρθρο περιμένουμε να καθαρογραφτεί το σκεπτικό της απόρριψης κάτι που έχει αργήσει ήδη δείχνοντας έτσι την αμηχανία της δικαστικής εξουσίας να αιτιολογήσει τις αποφάσεις της.

Εμείς από την μεριά μας ως κομμάτι του αγώνα που έδωσε ο Σπύρος, αγώνας ενάντια στο καθεστώς εξαίρεσης και στην στοχοποίηση που δέχονται αγωνιζόμενα κομμάτια της κοινωνίας, θεωρούμε ότι ο μόνος αγώνας που χάθηκε είναι αυτός που δε δόθηκε ποτέ. Στην προκείμενη καταφέραμε οι μεθοδεύσεις των δικαστών να βγουν από την αφάνεια και να μπει ένα ανάχωμα στην θεωρητικά τόσο εύκολη ,κατά τη γνώμη τους, καταστολή των ζωών μας. Αν λάβουμε υπόψιν μας την άνεση με την οποία η αποστολή υπηρεσιακών εγγράφων μπορεί να στερήσει σε κρατούμενους χρόνο βιωμένο μέσα στη φυλακή ή να επιφέρει μια αόριστη παράταση αυτού, τότε έχουμε κερδίσει έδαφος εις βάρος της κυριαρχίας μετά από τους τελευταίους δύο μήνες. Ακόμα πιο σημαντικό είναι το κοινό πεδίο τοποθέτησης και δράσης που δημιουργήθηκε με αφορμή αυτό τον αγώνα. Κείμενα αλληλεγγύης από έγκλειστους συντρόφους, συμμετοχή του ίδιου του απεργού σε συνελεύσεις ανά την χώρα με τηλεφωνική επικοινωνία ήταν προωθητικά για μεγαλύτερη εγγύτητα των »εντός με τους εκτός των τειχών». Αναλήψεις ευθύνης,δράσεις αντί-πληροφόρησης και κείμενα αλληλεγγύης από άτομα και συλλογικότητες με αρκετά διαφορετική στοχοθεσία και ανάλυση άφησαν μια παρακαταθήκη που καλό θα ήταν να αναλυθεί συλλογικά.

Αναφορικά με τις κινήσεις αλληλεγγύης που έγιναν στον κρατούμενο απεργό πείνας καθ’ όλη την διάρκεια των 48 ημερών δεν είναι εδώ ο χώρος να αναφερθούν εκτενώς, ειδικά όταν δεν πρόκειται για μια καθαρή αποδελτίωση αλλά υπάρχει η διάθεση για ανάλυση,κριτική και εξαγωγή συμπερασμάτων. Σίγουρα δημιουργήθηκαν γεγονότα και σχέσεις με πολλαπλά οφέλη για τους επόμενους αγώνες και παρατηρήθηκαν ελλείψεις αναφορικά με παλαιότερους. Αξίζει να αναφερθεί ότι οι αλληλέγγυοι κινήθηκαν πολύμορφα, όπως ταιριάζει στην αναρχική αλληλεγγύη, σε μια ισότιμη και αμφίδρομη σχέση όλων των εμπλεκομένων και ακόμα με αποκεντρωμένα χαρακτηριστικά. Είδαμε αυτό που λέμε περιφέρεια του ελλαδικού χώρου να βγάζει λόγο και δράσεις με πρωτοβουλίες και συνελεύσεις δίνοντας ώθηση στη μη-ιεραρχική και συγκεντρωτική οργάνωση των προταγμάτων μας.

Με άλλα λόγια ή μέσα από τα λόγια του συντρόφου:

Στο τέλος εμείς θα κερδίσουμε, όλοι μαζί. Ονειρεύομαι ένα αύριο όμορφο, ένα αύριο που εμείς θα επιλέγουμε τους λυσσαλέους χειρισμούς μας και θα πολεμάμε τον εχθρό με όποιο μέσο διαθέτουμε και διαλέγουμε. Ζήτω η Αναρχία».