Μια επιστολή στο Ελληνικό κίνημα σχετικά με τις γαλλικές εκλογές

Some 10,000 took part in the demonstration before it turned violent

Αγαπητοί σύντροφοι και συντρόφισσες,

Θα ήταν ψέματα αν σας λέγαμε ότι η κατάσταση στη Γαλλία είναι ευανάγνωστη και σαφής. Η σύγκρουση για τον Νόμο στην Εργασία την άνοιξη του 2016 είναι σίγουρα η πιο ριζοσπαστική έχει υπάρξει από το 1968 και μετά. Αρκεί να κοιτάξουμε την ποικιλία των γκράφιτι, την έκταση των καταστροφών, τη διάρκεια του αγώνα, της σύνθεσης του και της πολυμορφίας του προκειμένου να κατανοήσουμε ότι αυτό που παίζεται είναι  καθοριστικό. Στο απόγειό της σύγκρουσης, στις 14 Ιουνίου στο Παρίσι, 10.000 ανεξέλεγκτοι/ακυβέρνητοι – φοιτητές, λιμενεργάτες, εργαζόμενοι στο σιδηρόδρομο, συνταξιούχοι –  σχημάτισαν το μπλοκ της κεφαλής της διαδήλωσης και αντιμετώπιζαν την αστυνομία.
Μια πολιτική γενιά γεννήθηκε αυτής της φωτιάς, η οποία δεν νανουρίζεται πλέον από από τα ποιήματα/τραγουδάκια της δημοκρατίας. Από τότε, δεν περνούν δύο εβδομάδες στη χώρα χωρίς ένα σημείο όπου αυτή η γενιά θα επανεμφανιστεί, κουκουλωμένη και με γάντια, εναντίον του Εθνικού Μετώπου ή την αστυνομία.
Το σύνθημα « Όλοι σιχαίνονται/μισούν την αστυνομία» το οποίο ξεπήδησε κατά τον αγώνα της άνοιξης του 2016
, ήταν το πιο δημοφιλές και κέρδισε ακόμη και τα προάστια τον Φεβρουάριο του 2017, όταν μετά τον βιασμό ενός νεαρού άνδρα από τους μπάτσους, το συλλαλητήριο στο
Seine-Saint-Denis μετατράπηκε σε εξέγερση. Εργαζόμενοι/εργάτες φωνάζουν « Όλοι σιχαίνονται/μισούν την αστυνομία»,  άνθρωποι από τα προάστια και τα αστικά κέντρα
φωνάζουν τα ίδια συνθήματα : πρόκειται για δύο εντελώς νέα πράγματα στη Γαλλία που αξίζει να επισημανθούν.
Επίσης, παρατηρούμε εδώ και χρόνια την  οργανωμένη φασιστοποίηση των συνειδήσεων. Εκτός από τη θαυμάσια παρένθεση αγώνων την περασμένη άνοιξη όταν και  δεν ήταν στη δημόσια συζήτηση το Εθνικό Μέτωπο
και τα αγαπημένα θέματα του – οι «ξένοι», η γαλλική ταυτότητα, το Ισλάμ, η ασφάλεια – πλέον αυτό το κόμμα καταλαμβάνει τώρα το κέντρο βάρους της Γαλλικής πολιτικής. Η Marine Le Pen έχει μια συγκεκριμένη λειτουργία εντός του Γαλλικού πολιτικού συστήματος : αποτελεί απειλή όποτε εξαναγκάζει τη συμμετοχή σε δημοκρατικές διαδικασίες τις οποίες κανείς δεν εμπιστεύεται, προκαλεί/εξαναγκάζει σε ψήφο με »κλειστή τη μύτη» , μετακινεί την δημόσια ατζέντα προς τα δεξιά ακόμα και με παραλογισμούς,  παρουσιάζεται ως διέξοδος από το κατακριτέο πολιτικό σύστημα ενώ αντίθετα αποτελεί θεμέλιο λίθο του.
Δεδομένου ότι η πολιτική  στη Γαλλία αποτελεί εθνικό πάθος, όπου η συζήτηση περί προσώπων   είναι το κυρίαρχο θέμα στα καφέ ή στα οικογενειακά  γεύματα, δεδομένου ότι η πολιτική αποτελεί το κοινό σημείο αναφοράς,   τόσο μεγάλη είναι η αηδία που τώρα ξεπροβάλλει που αυτό προκαλεί την ψήφο υπέρ του Εθνικού Μετώπου.

Θα μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε διαφορετικά, πιο υλιστικά, την όλο και μεγαλύτερη φασιστοποίηση των συνειδήσεων. Υπάρχουν όλο και περισσότεροι εισοδηματίες στη Γαλλία. Συνταξιούχοι, ιδιοκτήτες κινητής ή ακίνητης περιουσίας ή απλοί εξαρτημένοι από τα κοινωνικά επιδόματα, το εισόδημα τους δεν εξαρτάται από την εργασία τους, αλλά  από τίτλους  ιδιοκτησίας, το στάτους, την εθνικότητα ή λόγω της εργασίας τους στο παρελθόν.
Η βασική επιβίωσή αυτών των ανθρώπων είναι αυστηρά συνδεδεμένη με το status quo τους αναγνωρισμένο και άρα συνοδευόμενο από ένα εισόδημα. Αυτό σημαίνει ότι φοβούνται κάθε αλλαγή, κάθε υπόνοια αλλαγής  ή εισροή μεταναστών.  Η διατήρηση της τάξης – το θέμα της ασφάλειας – δεν είναι κεντρικό μόνο για την κυβέρνηση άλλα και για ένα αυξανόμενο μέρος του πληθυσμού.Ως εκ τούτου, βάσει των απτών συμφερόντων,εκφασίζεται ο πληθυσμός.
Και όσο πιο πολύ αυξάνεται η  «απειλή της παγκοσμιοποίησης » τόσο περισσότερο βαθαίνει η φασιστοποίηση,
η οποία δεν έχει καμία σχέση με το ρομαντισμό του φασισμού της δεκαετίας του 1920 : μοιάζει περισσότερο με ένα κλασικό τσιγκούνη, παραμορφωμένο από το φόβο μη τυχόν και χάσει τις τελευταίες δεκάρες του.

Σε αυτό το σημείο βρισκόμαστε στη Γαλλία την παραμονή των εκλογών, όλα είναι ρευστά :
στρατόπεδα συγκέντρωσης, εξέγερση, κοινωνική uberisation, τραγελαφικές καταστάσεις. Πριν τρεις εβδομάδες όλοι οι »αριστεριστές» της χώρας  περιφρονούσαν την
προεκλογική εκστρατεία στην πλειοψηφία τους ορκίζονταν ότι θα απέχουν από τις εκλογές ακόμη και αν είναι αντιμέτωποι με την απειλή της Marine Le Pen.
Τώρα αυτοί οι αριστεριστές, και όχι μόνο, που είναι ενθουσιασμένοι με ένα παλιό μεταρρυθμιστή της κοινοβουλευτικής πολιτικής,  ένα πρώην Lambertist και εθνικιστή, ένα είδος σοσιαλιστή γερουσιαστή αποτέλεσμα παραγωγής στην αλυσίδα εργοστασίου στη Γαλλία τη δεκαετία του 1930, ένας καιροσκόπος/οπορτουνιστής που παλαντζάρει μεταξύ Μπολιβαριανής ρητορικής και  συμπάθειας  στον Πούτιν,  με τον Jean-Luc Mélenchon.
Για εσάς που ζείτε την απάτη του Τσίπρα, θα πρέπει να σας φαίνεται απίθανο ότι το ελληνικό μάθημα της «ριζοσπαστικής αριστεράς στην εξουσία» δεν είναι αρκετό για να σταματήσει τις όποιες ψευδαισθήσεις, ότι η καταστροφική περιπέτεια του Podemos στην Ισπανία ή η ανικανότητα της Άντα Colau ως δήμαρχος της Βαρκελώνης, δεν κατάφεραν να εξαφανίσουν τους κλόουν που θέλουν να »διασυνδέσουν το λαϊκό κίνημα και την κατάκτηση της εκλογικής εξουσίας» :  αλλά σ αυτό το σημείο υπάρχει υπάρχει μια ευπιστία όμοια με αυτή των απελπισμένων και κανένα επιχείρημα δεν μπορεί το εξηγήσει.

Μια  αδυναμία της αριστεράς έχει ανάγκη να βρει μια επιφάνεια προβολής ή να ξεχάσει τον εαυτό της.
Σε αυτό το σημείο βρισκόμαστε στις 19 Απριλίου του 2017.

Ο ανταποκριτής σας από το φρενοκομείο

Η uberisation (ή ubérisation), από το όνομα της εταιρείας Uber, είναι ένα πρόσφατο φαινόμενο στον τομέα της οικονομίας που αποτελείται από τη παροχή υπηρεσιών ανάμεσα στους επαγγελματίες και τους πελάτες που τους φέρνουν σε άμεση επαφή, μέσω της χρήσης των νέων τεχνολογιών.

Lambertist: Τροτσκιστικό ρεύμα αναφερόμενο στη 4η διεθνή