Ποιο τρίτο κύμα;

Τα Χριστούγεννα ως κυματοθραύστης της πανδημίας – Η υγεία ως κυματοθραύστης της καπιταλιστικής κερδοφορίας

Τις τελευταίες εβδομάδες όλο και περισσότερα αστικά media μιλούν για τις επιστημονικές εκτιμήσεις για ένα τρίτο κύμα της πανδημίας του κορωνοϊού μέσα στον Γενάρη. Ο κίνδυνος αυτός αναπαράγεται άκριτα, εξίσου από δεξιά φιλοκυβερνητικά μέσα, όσο και από πιο προοδευτικά ή/και αριστερίζοντα.

Αναζητώντας τα «επιστημονικά» κριτήρια ή τις συνθήκες που διακρίνουν το ένα κύμα από το άλλο, δύσκολα θα βρεθεί κάποιο αποτέλεσμα ικανό να ερμηνεύσει τι είναι αυτό που μεσολαβεί μεταξύ του δεύτερου κύματος, δηλαδή αυτού που διανύουμε τώρα, και του επερχόμενου τρίτου. Ακόμα και αν αποδεχτούμε πως η καλοκαιρινή περίοδος, λόγω του ιδιαίτερα θερμού κλίματος, έπαιξε ρόλο στην υποχώρηση (ή τη μειωμένη μετάδοση) της νόσου, με τρόπο που να δικαιολογεί τη διάκριση του πρώτου και του δεύτερου κύματος, δεν υπάρχει καμία αντίστοιχη εξήγηση για τις μέρες του Δεκέμβρη και του Γενάρη.

Η εξήγηση πρέπει να αναζητηθεί και να διατυπωθεί με όρους οικονομίας. Αυτό που μεσολαβεί και διακρίνει κατά απόλυτο τρόπο τα «κύματα» είναι οι γιορτές των Χριστουγέννων. Για τα ελληνικά δεδομένα, όπου το έτος (ακαδημαϊκό, εργασιακό κ.λπ.) ξεκινάει αμέσως μετά το καλοκαίρι, η περίοδος των γιορτών αποτελεί ημερολογιακά το πρώτο διάστημα μαζικής και φρενήρους κατανάλωσης μέσα στη χρονιά. Δεν το έκρυψαν ούτε τα ίδια τα κυβερνητικά στελέχη, όταν ανακοίνωναν το δεύτερο lockdown, υπογραμμίζοντας την ανησυχία και τη μέριμνά τους για τη «σωτηρία των Χριστουγέννων». Μεταξύ των τηλεοπτικών «κυμάτων» της πανδημίας, λοιπόν, μεσολαβούν πραγματικά κύματα κερδοφορίας: Το πρώτο ήταν η τουριστική σεζόν που επισήμως λήγει στις 31 Οκτωβρίου, όλως τυχαίως λίγες ημέρες πριν την έναρξη του δεύτερου lockdown. Το δεύτερο είναι οι γιορτές των Χριστουγέννων.

Τα δύο lockdown, όπως νοηματοδοτήθηκαν από τα εγχώρια δημοσιογραφικά μέσα, αποτελούν τις περιόδους του πανδημικού συναγερμού. Συναγερμός που έπαψε να χτυπάει τόσο δυνατά όταν η βαριά ελληνική βιομηχανία μπήκε στους «μήνες αιχμής» της, και που προμηνύεται πως θα μειωθεί σε ένταση με την «άφιξη» των Χριστουγέννων, δίνοντας μια ευκαιρία στο γηγενές καταναλωτικό κοινό να σκορπίσει τα υπολείμματα των μισθών, των επιδομάτων και των αποταμιεύσεών του. Η σωτηρία της οικονομίας αποτελεί προτεραιότητα για το κράτος, έναντι της σωτηρίας της υγείας – τόσο της δημόσιας ως κρατικού προνοιακού θεσμού, όσο και της κοινωνικής, ως ατομικής και συλλογικής κατάστασης του πληθυσμού. Το χρήμα πρώτα, και για τα υπόλοιπα βλέπουμε…

Η συνθήκη αυτή, ως πολιτική στάση που εκφράζεται από τα αστικά κράτη (τις σύγχρονες υπερδομές-μορφές οργάνωσης της κοινωνίας), δεν θα έπρεπε να μας ξενίζει. Το Κράτος, ως σχέση, υπάρχει για να διαμεσολαβεί κάθε άλλη κοινωνική σχέση, ρυθμίζοντας τις κοινωνικές αντιθέσεις προς όφελος των κυρίαρχων (οικονομικά, φυλετικά, πατριαρχικά, ετεροκανονικά), προβάλλοντας την τρέχουσα μορφή (οργάνωσης) της κοινωνίας ως ρεαλισμό, εντός του οποίου η εκμετάλλευση και η καταπίεση έχουν δομική θέση. Συντηρεί με τους μηχανισμούς του (ιδεολογικούς, πολιτικούς, νομικούς και εκτελεστικούς) τον πολιτισμό του Κεφαλαίου: της ατομικής ιδιοκτησίας και της ηγεμονίας του κέρδους έναντι των υπολοίπων κοινωνικών σχέσεων.

Εδώ να ξεκαθαριστεί πως σε καμία περίπτωση δεν υπάρχει η πρόθεση να υπονοηθεί πως το lockdown πρέπει να παραταθεί για την περίοδο των Χριστουγέννων. Αντ’ αυτού σκοπός του κειμένου είναι να αναδείξει τα κίνητρα της «πραγματικής πολιτικής» που εφαρμόζουν τα κράτη, με μία πρόχειρη -ομολογουμένως- ματιά στις επιλογές του ελληνικού, και την διοχέτευσή τους στην κοινωνία. Σκοπός είναι να αναδειχθεί και η ουσία του διαχωρισμού των κυμάτων, και των συμφερόντων που αυτός εξυπηρετεί.

*

Προσεγγίζοντάς το από μια άλλη σκοπιά, όπως έχει επισημανθεί ήδη1, ο ρόλος που παίζει η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας είναι πρωτίστως αυτός της παραγωγής συναίνεσης για το ελληνικό κράτος και το πολιτικό προσωπικό του· συνθήκη που είχε εκλείψει τα τελευταία χρόνια με τις αντιμνημονιακές αντιστάσεις, και την οποία ανέλαβε να αναστυλώσει αρχικά ο ΣΥΡΙΖΑ, και σε δεύτερο χρόνο (αλλά όχι δευτερευόντως) η Νέα Δημοκρατία, μέσα από την ανάδειξη της Πολιτικής Προστασίας. Αξιοποιώντας αυτή τη συναίνεση (για όσο ακόμα θα παραχωρείται από την κοινωνία) που εκκινεί από τον φόβο για την υγεία και τη ζώη, η ρητορική των «κυμάτων» έρχεται να δημιουργήσει την αίσθηση του εξωτερικού κινδύνου, του απρόβλεπτου, του αστάθμητου παράγοντα της ιστορίας, που έρχεται να δοκιμάσει την ανθρωπότητα στο σύνολό της, και χτυπάει σε κύματα, επαναλαμβάνοντας κύκλους ενδυνάμωσης-αποδυνάμωσης. Μία τέτοια ρητορική, που ακροβατεί στα όρια μεταφυσικής, φαντασίας και παραλογισμού, απλώνει με θρησκευτικό τρόπο την ευθύνη σε όλους και σε κανέναν ταυτόχρονα, ως άλλη θεομηνία. Έτσι, δεν φταίνε τα συγκεκριμένα μέτρα, δεν φταίει η πολιτική διαχείριση, δεν φταίει το οικονομικό-πολιτικό σύστημα που ιεραρχεί την ανταλλακτική αξία του εμπορεύματος ως σημαντικότερη από αυτή της ανθρώπινης ζωής, ενώ ταυτόχρονα γεννά μαζικά ασθένειες, σωματικά και ψυχολογικά. Φταίει η κακή μας μοίρα, που ήρθε η πανδημία, και αναζωπυρώνει, άλλοτε υποχωρεί, και άλλοτε αντεπιτίθεται.

Και όμως ό,τι έχει συμβεί ως τώρα αποτελεί κεντρική πολιτική επιλογή και προϊόν κρατικής διαχείρισης. Ήδη πριν την έλευση του κορωνοϊού στα ευρωπαϊκά εδάφη, όταν ακόμα ο Trump μιλούσε για “ChinaVirus”, δίνοντας μία γραφική νότα στον σινο-αμερικάνικο ανταγωνισμό, αλλά και αργότερα, όταν «ο κίνδυνος χτύπησε την πόρτα μας», από το πρώτο lockdown τον Μάρτη, μέχρι και το τρέχον, το κράτος μάς δείχνει τα δόντια του. Είναι γεγονός πως η δημόσια υγεία υποτιμάται συστηματικά, ήδη από την έναρξη της τρέχουσας οικονομικής κρίσης του 2008, και η συνθήκη αυτή ενισχύεται σε καθεστώς «υγειονομικής κρίσης» (όπως ακριβώς τα προηγούμενα χρόνια της οικονομικής κρίσης, οι δομές απασχόλησης και οι επιδοματικές παροχές πρόνοιας υποβαθμίστηκαν στο όνομα της ύφεσης και του δημόσιου χρέους). Είναι επίσης γεγονός πως οι επενδύσεις σε εξοπλιστικά προγράμματα με συμφωνίες δισεκατομμυρίων, όπως και οι νέες προσλήψεις μισθοφόρων2 και μπάτσων3 δεν προστατεύουν ούτε και πρόκειται να βελτιώσουν την κοινωνική υγεία, σε ατομικό ή συλλογικό επίπεδο. Και αυτά είναι μόνο λίγα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ούτε τις επιβαλλόμενες απαγορεύσεις στον δημόσιο χώρο, τις απαγορεύσεις συναθροίσεων, τα νέα νομοσχέδια (σε καιρό πανδημίας) που από τη μία φιλοδοξούν να περιορίσουν τις διαδηλώσεις, να καταστρατηγήσουν κεκτημένα δεκαετιών εργατικών αγώνων, να λεηλατήσουν ό,τι απέμεινε από το φυσικό περιβάλλον. Αυτό που πραγματικά συμβαίνει είναι πως το κράτος ετοιμάζεται για βάθεμα μίας κρίσης που δεν ξεπέρασε ποτέ, αφού -δράττοντας την ευκαιρία του κορωνοϊού- θωρακίζεται νομικά και προσλαμβάνει επιπλέον κατασταλτικό προσωπικό, ενώ από την άλλη στρώνει το έδαφος για την επιβολή της δικής του πρότασης για «έξοδο»: Ανάπτυξη σημαίνει τσαλαπατημένα εργατικά δικαιώματα, αξιοποίηση σημαίνει καταστροφή των φυσικών πόρων με γνώμονα το κέρδος, σταθερότητα σημαίνει σκληρή καταστολή, μπάτσοι σε κάθε γωνία (ακόμα και μέσα στις γειτονιές μας), μηδενικές αντιστάσεις.

*

Αντί επιλόγου, πρέπει να σχολιαστεί η καθόλου τυχαία σύγκλιση των καθεστωτικών δημοσιογραφικών μέσων στην αναπαραγωγή της απειλής ενός «τρίτου κύματος». Κατ’ αντιστοιχία, πρέπει να επιχειρηθεί η συγκυριακή αποκατάσταση του νεοφιλελευθερισμού, και ας πρόκειται για το πλέον αδίστακτο και βοθροειδές οικονομικό-πολιτικό ρεύμα.

Για διάφορους λόγους, η λογική του τρίτου κύματος δεν φαίνεται να ενοχλεί καθόλου τα επικοινωνιακά όργανα της «αριστεράς», ή της αντιπολίτευσης. Η ιδεολογία του κρατισμού, εντός της οποίας η οικονομία κατέχει ζωτική θέση, επικρατεί, και ως εκ τούτου δεν πρόκειται να ασκηθεί οποιουδήποτε είδους κριτική, γιατί οι δυνάμεις του κεντρικού πολιτικού σκηνικού (δεξιές, κεντρώες και αριστερές) τα βρίσκουν στην κατεύθυνση «σωτηρίας της οικονομίας», και ας διαφωνούν για τον καταμερισμό των χρηματικών ποσών.

Από την άλλη, αν χρησιμοποιήσουμε μία απλοποιητική ζυγαριά, οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές είναι σαφώς χειρότερες, τόσο γενικά, όσο και ειδικά στο ζήτημα της υγείας. Παρ’ όλα αυτά, το να εξαχθεί ως πολιτικό συμπέρασμα αποκλειστικά των ημερών ότι ο νεοφιλελευθερισμός είναι σάπιος, «αβαντάρει» τη ρητορική της σοσιαλδημοκρατίας, και αναδεικνύει «πολιτικές λύσεις» εντός του υπάρχοντος κρατικού και κοινωνικού σχηματισμού, που συντηρούν τα ίδια αδιέξοδα για τα μη προνομιούχα στρώματα.

Κλείνοντας – μία επισήμανση: Η σιωπή γύρω από την απειλή του «τρίτου κύματος» αναδεικνύει την απουσία (ή την αμηχανία) του επαναστατικού τύπου, αλλά και την αδυναμία των πολιτικών οργανώσεων να αρθρώσουν λόγο που δεν θα ακολουθεί τα βήματα όπως τα προστάζουν οι μηχανισμοί της κυριαρχίας.

de Broglie

1 https://apatris.info/politiki-prostasia-politeymatos/

2 andimias-i-kyvernisi-proslamvanei-2600-misthoforoys-stratiotes/

3 https://www.iefimerida.gr/ellada/dimotiki-astynomia-proslipseis-shedio-toy-ypes
Για τους νέους δημοτόμπατσους προβλέπεται να χρησιμοποιηθεί ένα ποσό για τη δημιουργία εκπαιδευτικών δομών, που θα αποσπαστεί από τη χρηματοδότηση του «Ταμείου Ανάκαμψης», ευρωπαϊκού θεσμού για την τόνωση των εθνικών οικονομιών από τις επιπτώσεις της πανδημίας!).