WE UNBOX RAGE

Επιλέξαμε να επιτεθούμε σε μερικά κάτεργα της πόλης μας, σε μικρές επικράτειες φόβου και εξόντωσης χιλιάδων εργαζομένων εν μέσω εορταστικής περιόδου. Eνώσαμε την ταξική μας οργή, της δώσαμε μορφή και κατεύθυνση και επιτεθήκαμε στους πραγματικούς γδάρτες της ατομικής και συλλογικής μας ευτυχίας: στον κόσμο των αφεντικών, της μισθωτής σκλαβιάς και των εμπορευμάτων. Από τις 28/12 έως τις 4/1 σπάσαμε τις βιτρίνες και καταστρέψαμε εμπορεύματα στα

Intersport & Public στην Ούλωφ Πάλμε (Ιλίσια)

Intersport στη Λ. Πεντέλης (Χαλάνδρι)

Κωτσόβολος στη Λ. Δημοκρατίας (Άγιοι Ανάργυροι)

Jumbo στην οδό Πλαστήρα (Μεταμόρφωση)

γιατί ως εμπορικές αλυσίδες πρωτοστατούν στην προώθηση της εντατικοποιημένης εργασίας και την κατάργηση της κυριακάτικης αργίας.

Επίσης, στα

Market In στην οδό Δημητρακοπούλου (Κουκάκι)

Market In στην οδό Αγίας Ζώνης (Κυψέλη)

γιατί είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα εργοδοτικής τρομοκρατίας, καθρεφτίζοντας ξεκάθαρα τις συνθήκες εργασιακού μεσαίωνα στο πλαίσιο της συνεχώς εξελισσόμενης καπιταλιστικής ζούγκλας. Η οργανική αναδιάρθρωση της εν λόγω εταιρείας είχε ως αποτέλεσμα απλήρωτους εργαζόμενους για παραπάνω από 15 μήνες, την αυτοκτονία μιας 42-χρονης εργάτριας από τα Γιαννιτσά, ξύλο και συλλήψεις εργαζομένων στα Γιάννενα από μπάτσους ακόμα και μέσα από τα σπίτια τους. Δικά τους τα «κέρδη», δικές τους οι σπασμένες βιτρίνες

ΝΑ ΕΠΙΤΕΘΟΥΜΕ ΣΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΗΣ ΜΙΣΘΩΤΗΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ, ΤΟΥΣ ΝΟΜΟΥΣ, ΤΟΥΣ ΡΥΘΜΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΗΘΙΚΗ ΤΗΣ

Στα περίφημα χρόνια της κρίσης βομβαρδιστήκαμε από τόνους αναλύσεων και αφηγήσεων γύρω από μια σειρά «εθνικών ζητημάτων»: η κατάρρευση της εθνικής οικονομίας, η έξοδος από την ευρωζώνη και η ταπεινωτική ή περήφανη δραχμούλα, τα γαμημένα μνημόνια. Η ασύστολη φλυαρία των Media (κυρίαρχων, εναλλακτικών, social…) κατέκλυσε και συνεχίζει να κατακλύζει την δημόσια σφαίρα με διάχυτο φόβο και σειρήνες διακινδύνευσης: «ή αλλάζουμε ή βουλιάζουμε» ακούστηκε μόλις το 2009, η πτώχευση, τα μέτρα και τα χρονοδιάγραμμά τους, οι δόσεις και τα προαπαιτούμενά τους, οι προδότες, οι κλέφτες, οι ανίκανοι. Το σύγχρονο καθεστώς έκτακτης ανάγκης είχε και έχει ανάγκη όλα αυτά τα προπαγανδιστικά υπερ-όπλα ώστε να συνεχίζει να αποπροσανατολίζει, να καναλιζάρει και να εκτονώνει την εντύπωση που έχουμε για την ίδια μας την υλική κατάσταση και θέση μέσα στο κοινωνικό σύνολο. Αντί να αντιλαμβανόμαστε σε βάθος τις πολιτικές που εντείνουν την εκμετάλλευσή μας, αντί να διαμορφώνουμε συνείδηση με βάση την ίδια τη βιωμένη εμπειρία μας, οι ιδεολογικοί μηχανισμοί της κυριαρχίας μας κάνουν «συμμέτοχους» στη σφαίρα της διαχωρισμένης πολιτικής και οικονομίας, στη θεαματική διάσταση της ίδιας της ζωής και της ιστορίας (μας). Σκοπός τους να μας κρατούν φοβισμένους, πειθαρχημένους και καθηλωμένους μέσα στη διάχυτη αίσθηση της ματαιότητας, της παραίτησης, της απάθειας. Οποιαδήποτε απόπειρα να διεκδικήσουμε και να διαμορφώσουμε συλλογικά τη ζωή μας περνά από την άρνηση αυτής ακριβώς τηςδιαμεσολάβησης, αυτού ακριβώς του πυρήνα της καθημερινής μας αλλοτρίωσης.

Επιλέγουμε να μιλάμε για το εδώ και τώρα, σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο.

Κάτω από την κυρίαρχη σύγχυση και φλυαρία που σκεπάζει την κοινωνική πραγματικότητα όλα αυτά τα χρόνια, εμείς βιώνουμε πραγματικά τη βίαιη υποτίμηση της εργατικής μας δύναμης, το τσάκισμα και την προσπάθεια ανασύνθεσης της ίδιας της τάξης των εκμεταλλευομένων με βάση τα συμφέροντα και τις προτεραιότητες του κεφαλαίου, την αδίστακτη ανακατανομή του κοινωνικού πλούτου από κάτω προς τα πάνω, από την κοινωνική βάση της ταξικής πυραμίδας στην κορυφή των οικονομικο-πολιτικών ελίτ. Και η στρατηγική αυτή παίρνει την μορφή οδοστρωτήρα εναντίον μας σε ιδεολογικό, θεσμικό και πολιτικό επίπεδο. Η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων και η πολιτική επιστρατεύση ολόκληρων κλάδων που απήργησαν (ναυτεργάτες, εργαζόμενοι στα ΜΜΜ) κ.α), η αυτόματη μείωση των μισθών στον ιδιωτικό τομέα λόγω κατάργησης των κλαδικών συμβάσεων, οι μαζικές απολύσεις στον δημόσιο τομέα και το αντίστοιχο ξεκλήρισμα στον ιδιωτικό τομέα, η κατάργηση δώρων και επιδομάτων που αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος του μισθού, η αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών για την πλευρά των εργαζομένων στο όνομα της «βιωσιμότητας» των κατακλεμμένων ταμείων, η μείωση του κατώτατου μισθού και η θεσμοθέτηση του αντίστοιχου υπο-κατώτατου, η ανακύκλωση της ανεργίας και η προσφορά τσάμπα εργατικού δυναμικού με την εισαγωγή των προγραμμάτων voucher/κοινωφελούς εργασίας, η εξάπλωση της μαύρης/ανασφάλιστης εργασίας, η δραστική μείωση του επιδόματος ανεργίας αλλά και αυτών που το «δικαιούνται», η μετατροπή του ΟΑΕΔ σε μηχανισμό πειθάρχησης του εργατικού δυναμικού και (βλ. Ποινολόγιο), η διακοσμητική ύπαρξη των επιθεωρήσεων εργασίας, η απελευθέρωση του ωραρίου εργασίας, ο διαχωρισμός της υπερωρίας με την υπερ-εργασία, οι νόμοι για την κατάργηση αργιών είναι μερικά από τα επεισόδια της ταξικής επίθεσης που έχει εξαπολυθεί ενάντια σ’ όλους όσοι αναγκαζόμαστε να πουλάμε χρόνο στα αφεντικά για να επιβιώσουμε. Επεισόδια που δεν μεταφράζονται μόνο σε υλική φτώχεια, σε απώλεια εισοδήματος, σε λεφτά. Ούτε είναι μια απλή αλληλουχία θεσμικών-νομοθετικών παρεμβάσεων του ελληνικού κράτους προς όφελος του ντόπιου και υπερεθνικού κεφαλαίου.

Όλες οι παραπάνω αλλαγές έχουν πολλαπλές «μεταφράσεις». Μεταφράζονται σε περισσότερο παραγωγικό χρόνο για τα αφεντικά και λιγότερο ελεύθερο χρόνο για εμάς. Μεταφράζονται σε πιο βίαιη ρύθμιση της εργασιακής διαδικασίας από τους διευθυντές της (αφεντικά) και μικρότερο έλεγχο από τους εκτελεστές της (εργαζόμενοι). Μεταφράζονται σε πλεόνασμα φτηνής/δωρεάν εργασίας προς εκμετάλλευση για το κεφάλαιο και έλλειμμα στρατηγικών επιβιώσης για τους «από κάτω» υπό τον φόβο της απόλυσης/ανεργίας/φτώχειας. Μεταφράζονται σε μείωση επιχειρηματικού ρίσκου για τους επενδυτές-αφεντικά και καθημερινή εντατικοποίηση και εξάντληση, περισσότερα θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα και τραυματισμούς για την εργατική πλευρά. Ως εκ τούτου, οι επιμέρους εκφάνσεις της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης που εντείνουν τους όρους εκμετάλλευσής μας ως εργαζόμενες, άνεργους, επισφαλείς, φοιτήτριες κ.α. αγγίζουν τον πυρήνα της ίδιας της υλικής υπαρξής μας, της ίδιας της ζωής μας δημιουργώντας συνθήκες κοινωνικής ασφυξίας μέσα και έξω από τα εργασιακά κάτεργα. Αποκαλύπτεται έτσι η αναντίρρητη παραδοχή του σύγχρονου καπιταλιστικού στρατοπέδου για το κοινό μέλλον οποιουδήποτε στοιχείου συμπεριλαμβάνεται ή αποκλείεται από το παραγωγικό κύκλωμα του κεφαλαίου: αλλοτρίωση, καταστροφή, θάνατος. Είτε πρόκειται για τη φύση, είτε πρόκειται για επιμέρους σημεία του πλανήτη, είτε πρόκεται για ολόκληρες πληθυσμιακές ομάδες.

Και ενώ οι κοινωνικές-ταξικές εντάσεις υποχωρούν, η επίθεση κράτους και αφεντικών οξύνεται. Η διετία της αριστερο-δεξιάς διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ συνεχίζει απαρέγκλιτα την στρατηγική αφαίμαξης των από κάτω αυτής της κοινωνίας και τολμά να προπαγανδίζει την πετυχημένη, δήθεν πλεονασματική, συνταγή φοροληστείας του ελληνικού κράτους που εγκρίνεται (προφανώς…) από τους «θεσμούς», «αποδίδει καρπούς», οδηγεί την εθνική οικονομία στις «αγορές» και την πολυπόθητη αναπτυξιακή τροχιά και, επιπλέον, «αποκαθιστά τις αδικίες» μοιράζοντας 500ευρα για να πείσει για το αφήγημά της. Ο εθνικός κίνδυνος της πτώχευσης δίνει τη σκυτάλη στην εθνική υπόσχεση της οικονομικής ανάπτυξης γεννώντας τη νέα στενωπό στην οποία πρέπει να συγκλίνουν τα πολιτικά αυτονόητα του καθεστώτος, της έννομης και συνταγματικής τάξης στριμώχνοντας παράλληλα τον δημόσια παραγόμενο λόγο, τις κοινωνικές αντιστάσεις, τις αποδεκτές ή μη συμπεριφορές και απόψεις.

Μόλις την άνοιξη του 2017, στο όνομα της «τουριστικής ανάπτυξης», η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ νομοθέτησε το άνοιγμα των εμπορικών καταστημάτων σε συγκεκριμένες «τουριστικές ζώνες» για 32 Κυριακές τον χρόνο από τον Μάη ως τον Οκτώβρη. Επιλογή που ταυτίζεται με τα συμφέροντα των πολυεθνικών εμπορικών αλυσίδων για την πλήρη κατάργηση της κυριακάτικης αργίας και την αντίστοιχη «απελευθέρωση» των ωραρίων, ξεπερνώντας παλιότερα εμπόδια όπως η εργατική κατάκτηση της αργίας ή η ρύθμιση του ωραρίου με βάση μια από κοινού σύμβαση εργαζόμενου-εργοδότη. Ο παραπάνω νόμος και η στρατηγική που τον επιβάλλει, προωθείται με εξαιρετική συνέπεια από τρεις μεγάλες εργοδοτικές ενώσεις στον ελλαδικό χώρο: των βιομηχάνων (ΣΕΒ), των ξενοδόχων (ΣΕΤΕ) και των μεγαλοεμπόρων (ΣΕΛΠΕ). Από κοινού πίεζαν διαχρονικά και χαιρέτιζαν κάθε παρόμοια νομοθετική πρωτοβουλία, ενώ προσέφυγαν ενάντια στη πρόσφατη απόφαση του ΣτΕ που έβαζε προσωρινό εμπόδιο στην πλήρη κατάργηση της κυριακάτικης αργίας (απόφαση που επεβλήθη και από τον πολύχρονο δυναμικό αγώνα υπεράσπισης της κυριακάτικης αργίας). Από κοινού συκοφαντούν εδώ και χρόνια τους κοινωνικούς-ταξικούς αγώνες ευρύτερα, και τις απεργιακές-εργατικές κινητοποιήσεις ενάντια στο άνοιγμα των καταστημάτων τις Κυριακές τα τελευταία 4 χρόνια. Είναι οι ίδιες εργοδοτικές ενώσεις που ζητούν την περαιτέρω μείωση του βασικού μισθού, και υποδέχονται με θέρμη τον νέο αντι-συνδικαλιστικό νόμο.

Ολόκληροι εργασιακοί κλάδοι της περίφημης «ιδιωτικής πρωτοβουλίας» γνωρίζουν πλέον καλά τι σημαίνει εργασιακή ειρήνη, εθνική ανάπτυξη και «ρύθμιση του εργασιακού τοπίου από την κυβέρνηση». Μια σειρά εργασιακών χώρων αποτελούν πραγματικά κάτεργα και τεράστια εργαστήρια πειθάρχησης του εργατικού δυναμικού, όπου εφαρμόζονται στο σύνολό τους, και ίσως στη πιο βάρβαρη μορφή τους, οι αντεργατικές πολιτικές κράτους και κεφαλαίου.

Ο τουρισμός, η «βαριά βιομηχανία της Ελλάδας», αποτελεί το διαχρονικό βασίλειο της μαύρης/ανασφάλιστης εργασίας και σε κάθε ξενοδοχειακή επιχείρηση συνυπάρχουν εργάτες-τριες πολλαπλών ταχυτήτων (εποχιακοί και σεζόν, voucher και μαύροι, 4ωροι και 12ωροι κ.α.), ένας κατακερματισμός που συντείνει στη «μείωση του εργατικού κόστους». Η μαύρη και κακοπληρωμένη εργασία καθώς και η ατομική διαπραγμάτευση με το αφεντικό αποτελεί τον κανόνα και στον κλάδο του επισιτισμού (μισά ή 1 ένσημο την εβδομάδα, εργάτες-τριες για όλες τις δουλειές, προσθαφαίρεση ωρών/ημερών εργασίας με βάση την «κίνηση», συχνοί τραμπουκισμοί και παρενοχλήσεις). Παράλληλα, η βίαιη ρύθμιση του εργασιακού χρόνου από τα πάνω, κάτι που συμβαίνει εδώ και χρόνια στον τουρισμό και τον επισιτισμό, επιχειρείται να κυριαρχήσει πλήρως και στον κλάδο του εμπορίου μέσα από την κατάργηση αργιών και την εφαρμογή ελαστικών ωραρίων. Κι όλα αυτά ενώ τα αφεντικά ανακυκλώνουν και υποτιμούν ανενόχλητοι το εργατικό δυναμικό μέσω ομαδικών απολύσεων, μέσω επιδοτούμενων προγραμμάτων του ΟΑΕΔ (κοινωφελή προγράμματα/voucher) ή με όπλο την εφαρμογή του υποκατώτατου μισθού.

Ταυτόχρονα, οι τρεις παραπάνω κλάδοι αποτελούν την «εικόνα της αγοράς» αφού προϋποθέτουν την ορατότητα για την αναπαραγωγή τους: την ορατότητα των βιτρίνων τους, την φωτεινότητα των επιγραφών και των εμπορευμάτων τους, τα χαμόγελα στα χείλη των εργαζομένων. Αυτή η εκτυφλωτική ορατότητα όπου τα πάντα είναι φωτεινά, θαμπώνει και εξωραϊζει τη συνεχή εντατικοποίηση και ελαστικοποίηση των όρων εκμετάλλευσης και επιβίωσης εκατοντάδων χιλιάδων εργατών και εργατριών. Και ακριβώς στο σημείο αυτό γίνεται ακόμα πιο έντονη η θεμελιώδης αντίφαση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, των ίδιων των νόμων της καπιταλιστικής οικονομίας. Από τη μια, η ψευδεπίγραφη εικόνα του πλεονάσματος νεκρών εμπορευμάτων, περιφραγμένων επιλογών και φορεμένων χαμόγελων και από την άλλη, η πλήρης έλλειψη των βασικών για την καθημερινή μας αναπαραγωγή και κάλυψη των αναγκών μας, η ένδεια νοημάτων, επικοινωνίας και δεσμών μεταξύ των ανθρώπων. Ας μην ξεχνάμε ότι σήμερα, όπως και πάντα, συγκροτησιακή αρχή της μισθωτής σκλαβιάς, της καθημερινής μας αλλοτρίωσης, της απρόσκοπτης ροής και αναπαραγωγής του κεφαλαίου ως σχέση εκμετάλλευσης, είναι η βίαιη απόσπαση της ανθρώπινης δραστηριότητας, του ανθρώπινου χρόνου, του παραγόμενου πλούτου αλλά και της δυνατότητας μας να δημιουργούμε σχέσεις και κοινότητες, να σχετιζόμαστε με τρόπο αδιαμεσολάβητο και ανταγωνιστικό από τον επιβαλλόμενο.

Στις «γιορτινές» περιόδους, οι θεαματικές εκκλήσεις για κατανάλωση διογκώνονται. Ερχόμαστε αντιμέτωποι με έναν τεράστιο όγκο ερεθισμάτων που μας καλούν να στροβιλιστούμε στον χορό των μη εκπληρούμενων επιθυμιών που η αγορά πάντα θα ανανεώνει. Κι όλα αυτά με την απαραίτητη υπενθύμιση ότι ο καπιταλισμός έχει ανθρώπινο πρόσωπο, όσο μπορεί να κερδίζει πολλά από αυτό. Αμέτρητες οι επιτυχημένες επιχειρήσεις φιλάνθρωπίας που με τη μάσκα της προσφοράς από τη μία φροντίζουν να αναπαράγουν τη ζητιανιά και από την άλλη να ξεπλένουν ηθικά την ταξική εκμετάλλευση.

ΝΑ ΕΠΙΤΕΘΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ ΤΩΝ ΑΦΕΝΤΙΚΩΝ

Δεν πέσαμε από τον ουρανό. Βιώνουμε και εμείς στο πετσί μας την ένταση της εκμετάλλευσής μας, τη σκλήρυνση της κρατικής καταστολής, τη διάχυτη αίσθηση ματαιότητας και υποχώρησης που ενυπάρχει στις σκέψεις και τις πράξεις πολλών ανθρώπων που είτε γνωριζόμαστε είτε όχι, συναντηθήκαμε στους δρόμους, στις διαδηλώσεις, στις απεργίες, τις καταλήψεις, στις συγκρούσεις που σημάδεψαν τα προηγούμενα χρόνια την κίνηση των αγωνιζομένων ανθρώπων.

Γι΄αυτό και περνάμε στη δράση. Στην άμεση συλλογική δράση. Μέσα από τις τάξεις των εκμεταλλευομένων, στο πλάι όσων αγωνιούν και αγωνίζονται για τα αυτονόητα στο εδώ και τώρα χωρίς να περιμένουν ηγέτες, σωτήρες, προφήτες. Και απέναντι στην ακραία επιθετικότητα κράτους και αφεντικών που τρομοκρατεί και μουδιάζει, αντιπαραθέτουμε τη δική μας αντιβία. Με ότι μέσα διαθέτουμε και με όποιους τρόπους μπορούμε να εμπνευστούμε, επιχειρούμε να δημιουργήσουμε ρήγματα σ’ αυτό που φαίνεται άτρωτο: στο γόητρο των αφεντικών, στην απρόσκοπτη κερδοφορία τους, στις προσταγές και τους εκβιασμούς τους. Με γνώμονα την παραγωγή υλικού και πολιτικού κόστους για τον κόσμο της εξουσίας, την υπεράσπιση και στήριξη εστιών και μετώπων αγώνα, την προώθηση άμεσων πρακτικών σύγκρουσης με κάθε μορφή εξουσίας και διαμεσολάβησης, την οριζόντια συνάντηση και τη σύνδεση των αγώνων και των υποθέσεων που συμμετέχει ο καθένας και η καθεμιά από εμάς. Κάπως έτσι φανταζόμαστε την έννοια της κοινωνικής-ταξικής αντεπίθεσης, ως μια αναγκαία προϋπόθεση για την δημιουργία όσο το δυνατόν περισσότερων ρηγμάτων-ερωτημάτων προς την κοινωνία.

Γυρνάμε στα βασικά. Επιλέγουμε εδώ και τώρα να επιτεθούμε στην εργασία. Μέσα και έξω από τα εργασιακά κάτεργα, διερευνούμε τη συλλογική μας δυνατότητα να αρνηθούμε την ηθική και τους νόμους της, να μπλοκάρουμε με κάθε μέσο την παραγωγική διαδικασία, να επιτεθούμε στους θεσμούς, τους μηχανισμούς και τα πρόσωπα που σηκώνουν το βάρος της κοινωνικής-ταξικής λεηλασίας που διεξάγεται εις βάρος μας. Την ώρα που τα αφεντικά θέλουν να μας μετατρέψουν σε ενώσεις προσώπων και στήνουν εργοδοτικά σωματεία-μηχανισμούς, επιχειρούμε να αντιστρέψουμε τον κυρίαρχο κατακερματισμό και την παραίτηση στρέφοντας από κοινού το μετωπό μας στα μούτρα των αφεντικών. Την στιγμή που το ελληνικό κράτος επιχειρεί να χτυπήσει θεσμικά και νομοθετικά το «δικαίωμα στην απεργία», επιχειρούμε να αναδείξουμε την ιστορική και πολιτική διάστασή του όπλου της απεργίας. Και η απεργία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το σαμποτάζ. Είναι η ατομική και συλλογική δυνατότητα των εκμεταλλευομένων να διαχύσουν τις αρνήσεις τους μέσα και έξω από τα εργασιακά κάτεργα, να πράξουν απείθαρχα απέναντι σε κάθε προσταγή, εξουσία, ρόλο και ταυτότητα που αναπαράγει την καθεστυκυία τάξη πραγμάτων. Είναι η στιγμή της παράλυσης, του μπλοκαρίσματος κάθε παραγωγικής διαδικασίας και η συνάντησή μας στο απελευθερωμένο έδαφος του ζωντανού χρόνου, της αναπαλλοτρίωτης ανθρώπινης δραστηριότητας. Υπερασπιζόμαστε τη ζωή μας, περνάμε στην επίθεση.

ΥΓ. Αντιληφθήκαμε πρόσφατα ότι το τελευταίο trend της αγοράς είναι «η ανακάλυψη της μαγείας των Χριστουγέννων» μέσα στα χριστουγεννιάτικα περιτυλίγματα, σε κουτιά και ζελατίνες εμπορευμάτων. Ενώ χιλιάδες εργαζόμενοι σε εμπορικά κάτεργα τυλίγουν δώρα με υπερεντατικούς ρυθμούς προς τέρψη και ικανοποίηση των ανυπόμονων καταναλωτών, κάποιοι μαϊντανοί προωθούν ως ιδιαίτερα συναισθηματικό το να… ξετυλίγεις εμπορεύματα και να «νιώθεις την αύρα τους» ονομάζοντας το νέο τους επάγγελμα unboxing (!!!). Φέτος εμείς επιλέγουμε να ξεσκεπάσουμε την εξαθλίωση, την υποτίμηση και τη μιζέρια που μας επιφυλάσσουν κράτος και αφεντικά. Ενώνουμε την ταξική μας οργή, επιτιθέμενοι σε μικρές επικράτειες φόβου, εν μέσω εορταστικής περιόδου… WE UNBOX RAGE