Α. Σταμπούλος: «Το επίδικο στις μέρες μας είναι η διαμόρφωση του επαναστατικού κινήματος»

Απόσπασμα συνέντευξης του πολιτικού κρατούμενου Αντώνη Σταμπούλου στην “Κόκκινη Βοήθεια”.

Ερ: Ποια είναι η πολιτική σου άποψη σε σχέση με τα τελευταία εκλογικά αποτελέσματα και την νέα κυβέρνηση;

Απ: Από τους συμμετέχοντες στις εκλογές (η αποχή ήταν 36% – περίπου 3μισι εκατομμύρια άνθρωποι), δηλαδή μέσα από το 64% του εκλογικού σώματος αναδείχτηκε τελικά ο σχηματισμός του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝ.ΕΛ. (αντιμνημονιακοί) σε κυβέρνηση. Είναι γεγονός ότι, έστω και επιφανειακά, οι πολιτικές της λιτότητας και του ολοκληρωτισμού, του νεοφιλελεύθερου μοντέλου διακυβέρνησης δηλαδή, δεν πέρασαν “το δημοκρατικό εκλογικό τεστ”. Αυτό αφήνει ένα κακό προηγούμενο για τις αντίστοιχες πολιτικές δυνάμεις στην Ευρώπη.
Σε μια πρώτη ανάγνωση, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ένα καλό νέο στην ψυχολογία του Ευρωπαϊκού λαού, ωστόσο αυτό είναι κάτι το οποίο είναι φαινομενικό, μιας και η πραγματικότητα όσον αφορά το ποιόν της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ είναι πολύ διαφορετική απ’ τη φιλολαϊκή επιφάνειά του, χάρη στην οποία αναδύθηκε. Οι αντιφάσεις που προκύπτουν μέσα από την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην ενδυνάμωση, ανασύνταξη και επαναπροώθηση πιο ριζοσπαστικών πολιτικών. Το χειρότερο σενάριο θα ήταν από τις εκλογές να ενδυναμωνόταν ακόμη μια φορά η απρόσκοπτη συνέχιση των επίσημα μνημονιακών πολιτικών. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα νέο – σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, απολύτως ευθυγραμμισμένο με τους κανόνες λειτουργίας της ταξικής κοινωνίας, είναι ένα κόμμα που, παρά το κόκκινο περιτύλιγμα, δεν αμφισβητεί τον καπιταλισμό και που μάλιστα δηλώνει σεβασμό στους κανόνες της Ευρωπαϊκής ένωσης και του ΝΑΤΟ. Είναι η αριστερή διαχείριση του καπιταλισμού, ίσως και η τεχνητή αναπνοή του σε μια στιγμή που ο λαϊκός παράγοντας θα έφτανε στο σημείο να απειλήσει το καπιταλιστικό μοντέλο, πράγμα που ωστόσο απέχει από τη σημερινή κατάσταση.
Η κεϋνσιανή διαχείριση που ευαγγελίζεται η συστημική αριστερά είναι ένα χαρτί που παίχτηκε στην Ευρώπη, σε τελείως όμως διαφορετικές οικονομικές και πολιτικές συνθήκες. Σήμερα ο καπιταλισμός έχει να αντιμετωπίσει μια βαθιά δομική κρίση και μέχρι τώρα φαίνεται ότι μόνο οι νεοφιλελεύθερες σκληρές πολιτικές ανταπεξέρχονται στις ανάγκες του, μιας και ακόμη και οι νεο-σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές αποδεικνύονται ανεπαρκείς όσον αφορά την ισορροπία μεταξύ των φιλολαϊκών εφαρμογών τους και την εξυπηρέτηση του κεφαλαίου. Η ψαλίδα μεταξύ πλούσιων και φτωχών συνεχίζει και ανοίγει και η σοσιαλδημοκρατία αυτό καλείται να το υπηρετήσει με συγκεκριμένους ρυθμούς, είτε θέλουν να το αποδεχτούν οι εκπρόσωποί της είτε όχι.
Στην Ελλάδα, σ’ ένα κράτος με διαλυμένη παραγωγική δυνατότητα, απολύτως εξαρτημένο οικονομικά και πολιτικά, η νέα κυβέρνηση συνεχίζει τις προεκλογικές φιλολαϊκές ρητορικές και τους θεαματικούς λεονταρισμούς στις διαπραγματεύσεις με τους εκπροσώπους του σκληρού νεοφιλελευθερισμού, ο οποίος εκφράζεται κυρίως από τη Γερμανία στην Ευρωπαϊκή Ένωση με τα γνωστά αποτελέσματα της επέκτασης της μνημονιακής εξάρτησης. Η αλήθεια είναι ότι η κυβέρνηση αυτή δηλώνει πιστή στους θεσμούς της Ευρωπαϊκής ένωσης, βεβαιώνει τους δανειστές για τη συνέχιση της αποπληρωμής του χρέους και δίνει τα εχέγγυα στις αγορές, δηλαδή στα μεγάλα υπερεθνικά και ντόπια αφεντικά, ότι θα συνεχίσουν απρόσκοπτα το επενδυτικό τους έργο, δηλαδή την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης με όσο το δυνατόν καλύτερους όρους. Ταυτόχρονα βεβαιώνει την εργατική τάξη και τους μικρομεσαίους στο εσωτερικό για καλυτέρευση των όρων διαβίωσης σε μια ρητορική που, ένα μήνα μετά τις εκλογές, πείθει ολοένα και λιγότερους. Διότι δε χρειάζεται να είναι κανείς οικονομολόγος για να καταλάβει ότι δεν μπορούν να είναι όλοι χαρούμενοι, και οι εργάτες και τα αφεντικά.
Συνοψίζοντας, παρά την εμφάνιση του “κοινωνικού φαινομένου” της ανάδειξης αριστερών διαχειριστών στον Ευρωπαϊκό νότο, που βγαίνουν στην επιφάνεια με τη ρητορική της σύγκρουσης αλλά και με μια διάθεση συμμόρφωσης στους κανόνες της Ευρωπαϊκής ένωσης, το αναρχικό κίνημα πρέπει να εντείνει τη δυναμική του για τη ριζοσπαστικοποίηση των κοινωνικών αγώνων. Να εκμεταλλευτούμε το χρόνο και το χώρο που αφήνει η προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να σταθεροποιηθεί στην εξουσία και να προωθήσουμε το δικό μας αγώνα. Να καλλιεργήσουμε δηλαδή ταξική συνείδηση, την αποχή από τις εκλογικές διαδικασίες που οδηγούν στην ανάθεση και την παραίτηση, να δυναμώσουμε τον αντικρατικό αγώνα. Η επαναστατική πρόταση έχει τη θέση της στο πολιτικό σκηνικό της Ευρώπης και παγκόσμια, οπότε είναι στο χέρι μας να την ενδυναμώσουμε, καθώς είναι η μόνη ρεαλιστική λύση για τα προβλήματα της τάξης μας.

Ερ:Ποιες θεωρείς ότι θα είναι οι συνέπειες της κατάστασης που διαμορφώθηκε μετά το αποτέλεσμα των εκλογών για το επαναστατικό κίνημα;

Απ: Βραχυπρόθεσμα, δηλαδή σε ένα διάστημα λιγότερο του ενός έτους από το τέλος των εκλογών, το κίνημα, ή καλύτερα, ο πολύμορφος – πολυτασικός αντιεξουσιαστικός χώρος που μένει να εξελιχθεί σε επαναστατικό κίνημα, έχει τη δυνατότητα να εκμεταλλευτεί την σχετική αναδίπλωση, από κατασταλτικής πλευράς, του κράτους ώστε να ανασυντάξει τις δυνάμεις του, να ανακτήσει το χαμένο και να κερδίσει και άλλο έδαφος.
Η Ελλάδα βγήκε, αλλά αυτό θα διαρκέσει λίγο, από μια ολοκληρωτικού τύπου διακυβέρνηση ΠΑΣΟΚ – Νέας Δημοκρατία (και ΔΗΜ.ΑΡ. στην αρχή), που στην πολιτική ατζέντα το δόγμα νόμος και τάξη ήταν κυρίαρχο. Η κατάργηση του όποιου κράτους πρόνοιας, η εκποίηση της δημόσιας και μικρής ιδιωτικής περιουσίας, μείωση των συντάξεων και κυρίως η αναπροσαρμογή των εργασιακών σχέσεων σύμφωνα με το συμφέρον των αφεντικών, πήγαν παράλληλα με την ακραία καταστολή στις απεργίες, στις διαδηλώσεις και στις δομές της αναρχίας. Η νέα κυβέρνηση της αριστεράς θα αναγκαστεί αργά ή γρήγορα να επαναφέρει το δόγμα νόμος και τάξη και να το ονομάσει αλλιώς. Αυτό μπορούμε να το συμπεράνουμε από το γεγονός ότι τα ταξικά συμφέροντα που καλείται να υπηρετήσει είναι ίδια με αυτά που υπηρέτησε και η προηγούμενη τροϊκανή κυβέρνηση. Άλλωστε τυπικά η συμμόρφωση στις νεοφιλελεύθερες επιταγές φάνηκε από τις διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης στα σαλόνια της Ευρώπης. Ο λαός δε θ’ αργήσει να αντιληφθεί ότι η κινεζοποίηση συνεχίζεται και αυτό θα οδηγήσει σε αντιδράσεις. Καλό είναι αυτές να φανούν το νωρίτερο δυνατό διότι η κυβέρνηση πρέπει να νιώσει ότι χάνει την λαϊκή βάση της, ακόμη και την κομματική βάση της, που μέρος της είναι ειλικρινείς αριστεροί, για να καταλάβει ότι η εύνοια των αγορών που εναγωνίως προσπαθεί να πετύχει, έχει το ανάλογο κόστος. Επομένως, αν είναι σε κάποιο βαθμό ευάλωτη η κυβέρνηση, είναι τώρα στην αρχή που προσπαθεί να κρατήσει τις ισορροπίες ευνοώντας τους πιστωτές και τις αγορές από τη μία και να διατηρήσει την εύνοια του λαού που την ανέδειξε από την άλλη.
Όσον αφορά εμάς, δηλαδή το επαναστατικό στρατόπεδο, συνεχίζουμε τη δράση μας χωρίς καμιά “αριστερή αυταπάτη”. Χρειάζεται παρέμβαση και στον κόσμο που πίστεψε αφελώς ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα άλλαζε τα πράγματα, ώστε να αποφευχθεί η ροή των απογοητευμένων προς τα δεξιά. Ο καλύτερος τρόπος για να παρέμβεις είναι οι πράξεις, δηλαδή νέοι αγώνες ταξικοί, αντικαπιταλιστικοί, αντικρατικοί. Αγώνες όπως τους γνωρίσαμε όλα αυτά τα χρόνια, ριζοσπαστικοί και πολύμορφοι. Οι συνθήκες στην εργασία ακόμη κι αν διπλασιαστεί ο μισθός, πράγμα καθόλου σίγουρο παρά τις προ και μετεκλογικές διαβεβαιώσεις, παραμένουν συνθήκες εκμετάλλευσης. Με λίγα λόγια όσο υπάρχουν εργάτες και αφεντικά δεν υπάρχει κανένας λόγος να κοπάσει ο αγώνας.
Το επίδικο στις μέρες μας είναι η διαμόρφωση του επαναστατικού κινήματος, η οργανωτική αδυναμία, η έλλειψη στρατηγικής, προγράμματος και τακτικής φάνηκε ιδιαίτερα στην κρίσιμη περίοδο 2010 – 2012, τότε που η χώρα ταλανιζόταν από φοβερά γεγονότα που θα μπορούσαν να βάλουν σε περιπέτειες όλο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα και να ανοίξουν πανευρωπαϊκά, μέσω εξεγερτικών πρακτικών, προοπτικές αμφισβήτησης του νεοφιλελευθερισμού, των αποτελεσμάτων του και κατ’ επέκταση του συστήματος που τα γεννά. Η απορία, που στην πλειοψηφία του τότε χώρου, ήταν “μετά την εξέγερση τι;” παρέμενε από το Δεκέμβρη του 2008. Το 2010 – 2012 που ο λαός άκουγε και έπραττε, είχαμε ακόμη την απορία στο στόμα μας, μη μπορώντας να συνεισφέρουμε πολύ περισσότερα από τις πολεμικές μας ικανότητες και τις ασυντόνιστες πολιτικές πρωτοβουλίες. Είναι μεγάλη κουβέντα να πεις ότι τότε στην Ελλάδα μπορούσε να γίνει επανάσταση, αλλά όμως σίγουρα είχαμε την δυνατότητα να πυροδοτήσουμε την υπόλοιπη Ευρώπη, ειδικά τις νότιες χώρες, στις οποίες επικρατούσαν παρόμοιες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες.
Άρα για να μη χαθούν άλλες ευκαιρίες, το ζήτημα είναι ακριβώς στο να συμφωνήσει το μεγάλο μέρος της αντεξουσίας σ’ ένα πολιτικό πλαίσιο με τις βασικές μας αρχές, που να ορίζει τους τρόπους οργάνωσης της κοινωνικής ζωής και κυρίως το μέσο που θα οδηγήσει στο να γίνουν αυτοί πραγματικότητα, που δεν είναι άλλο από την κοινωνική επανάσταση. Αυτή η διαδικασία δε γίνεται γύρω από ένα τραπέζι ή μια συνέλευση πανελλαδικού χαρακτήρα που θα λύσει όλα τα ζητήματα. Αυτό μπορεί να είναι το τελικό βήμα, πιο πριν προηγείται όλη η δουλειά, η οποία έχει ήδη ξεκινήσει εδώ και καιρό και τα τελευταία χρόνια έχει φουντώσει, σε ανοιχτές συζητήσεις για την οργάνωση για εργατικές και πολιτικές ομοσπονδίες. Τα σωματεία βάσης, οι καταλήψεις, τα στέκια, οι αυτο-οργανωμένες δομές υγείας, παιδείας, τα αυτο-οργανωμένα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τα τυπογραφεία, οι παραγωγικές κολλεκτίβες, οι συνελεύσεις γειτονιών, οι συνελεύσεις στήριξης στους πολιτικούς κρατούμενους, οι αντάρτικες οργανώσεις, όλες αυτές οι σταθερές δομές μπορούν να ενωθούν στη βάση μιας κοινής πλατφόρμας. Όταν οι δεκάδες χιλιάδες συντρόφισσες και σύντροφοι ενωθούν με τις δομές τους από μια πολιτική πλατφόρμα, τότε θα δοθεί η δυνατότητα στο κίνημα να παλέψει υπεύθυνα με ένα συγκεκριμένο πολιτικό πρόγραμμα, που θα ορίζει μεσοπρόθεσμους στόχους, θα μπορεί να κρίνει κατά πόσο τους πετυχαίνει στο σήμερα και το κύριο, να παλέψει για την επανάσταση η οποία θα επιτρέψει την πλήρη υλοποίησή του.

Αντώνης Σταμπούλος
Φυλακές Λάρισας
Α’ Πτέρυγα
25/02/2015