Μάτια ερμητικά κλειστά.

“Δεν πρόκειται κανείς τον πόλεμο αυτόν να θυμηθεί
αφού δεν έμεινε κανένας να πενθεί…”

( Σάρα Τσίντεϊλ – Θα έρθει μία θερμή βροχή)

Ένα νέο παιδί από τη Κρήτη αυτοκτονεί (;) θύμα διαρκούς κακοποίησης στο όνομα της τοπικιστικής “λεβεντιάς”. Μια κοπέλα, στη Ξάνθη εν προκειμένω, θύμα βιασμού από μάγκες αρσενικά με γονείς “επιφανείς πολίτες” της πόλης, συνεχίζουν να κυκλοφορούν ελεύθεροι μετά από απόφαση του νόμου. Μια μάνα και η σύζυγος ενός από τα παιδιά της στη φυλακή κατηγορούμενες με τον τρομονόμο σαν μέλη ένοπλης οργάνωσης, επειδή τόλμησαν να προστατεύουν τη φίλη του γιου και συζύγου τους. Μία άλλη μάνα στη Χαλκίδα, πιασμένη χέρι χέρι με τον γιο της, πηδούν από τον έκτο όροφο στο κενό επειδή το κράτος της κόβει τη μοναδική πενιχρή σύνταξη που παίρνει για να λένε ότι “ζουν”. Ένας Αιγύπτιος μετανάστης βασανίζεται με τον πιο απάνθρωπο τρόπο από τα αφεντικά του, επειδή ζήτησε τα δεδουλευμένα του και περιμένει από τη δικαιοσύνη να κάνει αυτό που το όνομά της φέρει.  Κάποιοι εργάτες γης στην Ηλεία, μετανάστες και αυτοί, πυροβολούνται από τους μπράβους του αφέντη τους ομαδικά, επειδή “τόλμησαν” να ζητήσουν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και τα μεροκάματα τους και ο νόμος αντί να τους δικαιώσει τους στέλνει πακέτο στη χώρα τους σαν παράνομα εισαχθέντες στη χώρα. Μερικοί άλλοι εργάτες και αυτοί μετανάστες επίσης, κρατούνται σκλάβοι με την απειλή  καραμπίνας και πιστολιού – τα εκσυγχρονισμένα μαστίγια των φυτειών του Αμερικάνικου νότου της εποχή  της σκλαβιάς – δουλεύοντας χωρίς να πληρώνονται με αντάλλαγμα μισό πιάτο φαγητό, στο ορνιθοτροφείο ενός περήφανου Έλληνα πατριώτη στη Πάτρα.

Ένας άπορος αργοπεθαίνει σε ένα παγκάκι, σε μία πυλωτή πολυκατοικίας ή μέσα σε μία χαρτόκουτα.  Ένας άνεργος μόνος και σε απόγνωση αυτοκτονεί απ τα αδιέξοδα. Κάποιοι άλλοι που σήκωσαν κεφάλι και αντιστάθηκαν λιώνουν στις φυλακές σαν τρομοκράτες και νούμερο ένα εχθροί της καθεστηκυίας τάξης,  καθώς  μερικά μέτρα μακρυά από τους εξωτερικούς τοίχους της φυλακής, ένα τζάνκι λιώνει μονάχο στην γωνιά από φτηνιάρικη σίσα κι ένα χουλιγκάνι εκτελεί το παρόν του άφραγκο αλλά κρεμασμένο στα κάγκελα δοξάζοντας κάποιους συνομήλικους του που αμείβονται με εκατομμύρια επειδή μόνο και μόνο κλωτσάνε ένα κομμάτι δέρμα γεμισμένο με αέρα.
Ένα παιδί που πεινάει, ένας άνθρωπος που πονάει…
Οι περισσότεροι κάτοικοι των μεγάλων αστικών κέντρων, δεν βλέπουν τίποτα όταν κινούνται στη πόλη. Τα μάτια τους είναι ανοικτά αλλά δεν βλέπουν. Δεν βλέπουν τους άστεγους να κοιμούνται στα πεζοδρόμια. Δεν βλέπουν τους τοξικομανείς που τρυπιούνται στους δρόμους.
Δεν βλέπουν ανθρώπους μισοπεθαμένους στα παγκάκια. Δεν βλέπουν αυτούς που μπαίνουν στα λεωφορεία ζητώντας βοήθεια. Δεν βλέπουν διαδηλωτές να ξυλοκοπούνται απ την αστυνομία. Δεν βλέπουν τα γκράφιτι ή τις αφίσες στους τοίχους. Δεν βλέπουν λουλούδια που φυτρώνουν σε ρωγμές τσιμέντου. Δεν βλέπουν τίποτα γιατί τυφλώθηκε η ψυχή τους.
Αν τα δούμε μεμονωμένα, θα δούμε μόνο κρίκους, βίας, απανθρωπιάς, μισαλλοδοξίας και αδικίας.
Η αποθέωση όμως της δύναμης, το μίσος στη διαφορετικότητα, ( όπως αυτή εγγράφεται στο dna του κάθε ξεχωριστού κρίκου), η λατρεία του θανάτου και η βια στο αλλότριο (εθνικό/ φυλετικό/ χρωματικό/ κλπ), είναι ιδεολογικά προσημασμένη. Είναι φασισμός και τίποτε λιγότερο ή περισσότερο.
‘Όλοι αυτοί οι κρίκοι δεν είναι άσχετα ριγμένοι στη ροή της ζωής, αλλά είναι κρίκοι που συγκροτούν και πλέκουν την αλυσίδα της σκλαβιάς μας.
Γιατί οι αλυσίδες της σκλαβιάς σφυρηλατούνται και θεμελιώνονται στο εργαστήρι και στο έδαφος του ατομικισμού, του παρτακισμού, του “καλά να είμαστε εμείς”, του μην “ασχολείσαι με ότι δεν σε αφορά”, του “κοίτα την δουλειά σου” και προχώρα και στα παλιά σου παπούτσια  ο κόσμος όλος.
Για αυτή την εθελούσια  αυτοτύφλωση, όσο και για τη κατασκευή και τελικά το δέσιμο του κορμιού μας, άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο, όλοι έχουμε μερίδιο στην αλυσίδα.

Ευάγριος Αληθινός